23 Απριλίου 2015

«Τα διαθέσιμα των φορέων Γενικής Κυβέρνησης στην ΤτΕ»

ΑΝΤΩΝΗΣ Π. ΑΡΓΥΡΟΣ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ  ΣΗΜΕΙΩΜΑ
 «Η Π.Ν.Π ΤΗΣ 20/4/2015 ΚΑΙ ΤΑ ΑΕΙ-ΕΛΚΕ»
«Τα διαθέσιμα των φορέων  Γενικής Κυβέρνησης στην ΤτΕ»

1.- Εκδόθηκε ΠΝΠ της 20/4/2015  με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Οι Φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το ισχύον «Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης» που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού, υποχρεούνται να καταθέτουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα και να μεταφέρουν τα κεφάλαια προθεσμιακών τους καταθέσεων σε λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης που τηρούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης ή διαδικασίας. Από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται τα κεφάλαια που απαιτούνται για την κάλυψη των ταμειακών τους αναγκών για το επόμενο δεκαπενθήμερο, καθώς και τα κεφάλαια που έχουν κατατεθεί από τους ανωτέρω φορείς στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Εξαιρούνται επίσης οι Δημόσιες Επιχειρήσεις κατά την έννοια της παραγράφου 5, οι Δημόσιοι Οργανισμοί κατά την έννοια της παραγράφου6 του άρθρου 1 του Ν.3429/2005 (Α΄ 314) καθώς και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι δύνανται να μεταφέρουν τα ως άνω αναφερόμενα κεφάλαια στην Τράπεζα της Ελλάδος για τον ίδιο σκοπό. Επί των κεφαλαίων που είναι κατατεθειμένα ή θα κατατεθούν στους ανωτέρω λογαριασμούς της Τράπεζας της Ελλάδος εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης ζ' της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του Ν. 2469/1997[1](Α' 38), όπως ισχύουν. Άρθρο Δεύτερο Η ισχύς της παρούσας, η οποία θα κυρωθεί νομοθετικά κατά το άρθρο 44 παράγραφος 1 του Συντάγματος, αρχίζει από 17.3.2015»
2.1.-Στην έννομη τάξη μας γίνεται παγίως δεκτό ότι ίδρυμα, όπως τα ΑΕΙ,  είναι σύνολο περιουσίας που έχει ταχθεί στην εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού. Θεμέλιό του, δηλαδή, συνιστά το -σύμφυτο με τον προορισμό του  περιουσιακό στοιχείο.
2.2.-Το ταμειακά διαθέσιμα είναι ένα στοιχείο του ενεργητικού το οποίο δεν επιδέχεται εκτιμήσεις, είναι τα μετρητά στο ταμείο και οι καταθέσεις (προθεσμιακές   και όψεως) στην Τράπεζα.
2.3.-Από το περιεχόμενο της η Π.Ν.Π, προκύπτει ότι δημιουργεί μια μόνιμο ρύθμιση μεταφοράς των διαθεσίμων των ΑΕΙ στην ΤτΕ.
3.- Ενδιαφέρον είναι και το σκεπτικό της ΠΝΠ, στο οποίο μεταξύ των άλλων αναφέρεται πως λήφθηκε υπ’ όψιν η «έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για τη μεταφορά ταμειακών διαθεσίμων των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης[2] και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού προς επένδυση στην Τράπεζα της Ελλάδος». Σημειώνουμε ότι στο παρελθόν είχαν ανακύψει  σοβαρά ζητήματα ως την διαχείριση από την ΤτΕ  σχετικά  και με την διαδικασία αντικατάστασης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους, προκειμένου να μειωθεί το χρέος (  Βλ. ΣτΕ Ολ 237/2015, 425/2015, 1117/2014, 1506/2014, 1507/2014 2400/2014 ΣΤΕ).
4.-H όλη υφή της αυτοδιοίκησής των ΑΕΙ , την οποία το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος εγγυάται ως πλήρη. προσδιορίζει, με ακρίβεια και σαφήνεια, η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας 2786/1984 η οποία, ερμηνεύοντας τη σχετική συνταγματική διάταξη, δέχεται ότι: «Η αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των ΑΕΙ συνίσταται στην εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν με δικά τους, αποκλειστικά, όργανα (ατομικά ή συλλογικά), οριζόμενα μεν από τον κοινό νομοθέτη, απαρτιζόμενα, όμως, οπωσδήποτε, από πρόσωπα τα οποία είναι επιφορτισμένα ή μετέχουν κατά τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, στην πραγμάτωση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής αποστολής τους».
5.- Στον Ν 2362/1995: δημόσιο λογιστικό όπως ισχύει  με το άρθρο 14 του ν  4270/2014 Άρθρο 14: Ορισμοί [άρθρα 2 και 6(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ] 1. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κάτωθι όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: α. Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει τη Γενική Κυβέρνηση, τα εκτός αυτής νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), καθώς και τις εκτός αυτής δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2,3 και 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α΄314). β. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει τρία υποσύνολα, εφεξής αποκαλούμενα υποτομείς: της Κεντρικής Κυβέρνησης, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τους κανόνες και τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ). Οι φορείς εκτός Κεντρικής Διοίκησης, που περιλαμβάνονται στους υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης (εφεξής «λοιποί φορείς της Γενικής Κυβέρνησης»), προσδιορίζονται, ανά υποτομέα, από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής[3] και αποτελούν ξεχωριστά νομικά πρόσωπα που εποπτεύονται από φορείς της Κεντρικής Διοίκησης ή από ΟΤΑ.."
6.-Στον ν 4009/2011 ορίζονται τα ακόλουθα: α) αρθ 8 παρ 18: Ο πρύτανης έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και όσες άλλες προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού: α) Προΐσταται του ιδρύματος και το διευθύνει, έχει την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του, επιβλέπει την τήρηση των νόμων, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού και μεριμνά για τη συνεργασία των οργάνων του ιδρύματος, των διδασκόντων και των φοιτητών. ιγ) Λαμβάνει συγκεκριμένα μέτρα για την αντιμετώπιση επειγόντων ζητημάτων, όταν τα αρμόδια όργανα διοίκησης του ιδρύματος, πλην του Συμβουλίου, αδυνατούν να λειτουργήσουν και να λάβουν αποφάσεις. ιδ) Είναι υπεύθυνος για τη λήψη μέτρων για την προστασία και ασφάλεια του προσωπικού και της περιουσίας του ιδρύματος. Β) αρθρ 8 παρ  20:          «Στη Σύγκλητο ανήκουν οι ακόλουθες αρμοδιότητες, καθώς και όσες άλλες προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού, του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού: «ζ`  «Ασκεί όσες αρμοδιότητες δεν ανατίθενται από το νόμο ειδικώς σε άλλα όργανα του ιδρύματος.»Γ) Στο άρθρο 57:«Διαχείριση πόρων Α.Ε.Ι. 1. Τα Α.Ε.Ι. έχουν την ευθύνη της διαχείρισης των πόρων τους που προβλέπονται στο άρθρο 56. Στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης από το άρθρο 16 του Συντάγματος πλήρους αυτοδιοίκησης τους, τα Α.Ε.Ι. απολαμβάνουν ευρύτατη διακριτική ευχέρεια επιλογής και διαμόρφωσης των κατά την κρίση τους πρόσφορων μέσων για την πραγμάτωση της  Αποστολής τους και την εξυπηρέτηση των σκοπών τους. Η θεώρηση των χρηματικών ενταλμάτων από τον αρμόδιο πάρεδρο ή επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την εκκαθάριση των δαπανών των Α.Ε.Ι. περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας των δαπανών και δεν περιλαμβάνει σε καμία περίπτωση και έλεγχο σκοπιμότητας τους.»δ) Στο άρθρο  80 παρ  17.       α) Οι Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) των Α.Ε.Ι. εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, από τη συγκρότηση των οργάνων διοίκησης των Α.Ε.Ι. σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, όπου γίνεται αναφορά σε τμήμα νοείται η σχολή και όπου αναφέρονται ο Αντιπρύτανης Οικονομικού Προγραμματισμού και Ανάπτυξης και το Πρυτανικό Συμβούλιο νοούνται ο αρμόδιος αναπληρωτής πρύτανη ή προέδρου Τ.Ε.Ι. και η Σύγκλητος ή η Συνέλευση Τ.Ε.Ι., αντίστοιχα.

7. Ο ν. 706/1977 «Περί προωθήσεως της Επιστημονικής Ερεύνης και της Τεχνολογίας» (ΦΕΚ-Α΄, 279) ορίζει στο άρθρο 14 ότι «1. … 7. Απαγορεύεται η χρησιμοποίησις πιστώσεων, χορηγηθεισών … εις ερευνητικόν φορέα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, διά σκοπόν διάφορον του δι’ ον εχορηγήθησαν …» και στο άρθρο 18 ότι «Δια Προεδρικών Διαταγμάτων, … ρυθμίζονται … θέματα σχετικώς με τον τρόπο διαθέσεως και διαχειρίσεως των κονδυλίων ερεύνης … περιλαμβανομένης και της δυνατότητος συστάσεως ειδικών λογαριασμών αξιοποιήσεως των κονδυλίων ερεύνης, … ως και της διαθέσεως των κονδυλίων τούτων προς υποστήριξιν ωρισμένων εκάστοτε ερευνητικών προγραμμάτων επιστημονικών εργαστηρίων, … Ανωτάτων Σχολών …».


8.- Σύμφωνα όμως με την παρ. 1 του άρθρου 44 του Συντάγματος: «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου»[4].Χαρακτηριστική περίπτωση πρωτοφανούς ρυθμίσεως είναι η ρύθμιση: « Η ισχύς της παρούσας, η οποία θα κυρωθεί νομοθετικά κατά το άρθρο 44 παράγραφος 1 του Συντάγματος, αρχίζει από 17.3.2015»Το στοιχείο του απρόβλεπτου σηµαίνει ότι το ρυθµιστέο θέµα ανέκυψε ή ορισµένη κατάσταση δημιουργήθηκε προ ελαχίστου σχετικά χρόνου, πριν απ' τον οποίο δεν υπήρχε ουδεµία ένδειξη για τη -σταδιακή έστω- διαμόρφωση του µετέπειτα ανακύψαντος θέµατος ή καταστάσεως. Προκύπτει, λοιπόν, ότι µια π.ν.π. δεν µπορεί να ισχύσει αναδροµικά, όχι µόνο επειδή απ΄ τη φύση του πράγµατος αναφέρεται στο παρόν-µέλλον38, αλλά και επειδή τότε πάλι θα εξέλιπε ο όρος της απρόβλεπτης ανάγκης, αφού η τελευταία θα υπήρχε ήδη. Σύµφωνα µε τη Σ.τ.Ε. 1250/2003, η συνδρομή ή µη των έκτακτων περιπτώσεων εξαιρετικώς επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο (Σ.τ.Ε. 737/2012), ως αναγόµενη στη σφαίρα της πολιτικής ευθύνης των ασκούντων στην περίπτωση αυτή νοµοθετική λειτουργία κρατικών οργάνων (Σ.τ.Ε. Ολ. 3636/1989, 2289/1987). Όπως έχει ήδη κριθεί (3612/2002 Ολομ., 3636/1989 Ολομ., 2289/1987 Ολομ.), αν η πράξη νομοθετικού περιεχομένου κυρωθεί μέσα στις συνταγματικές προθεσμίες από το νόμο, οι ρυθμίσεις της καθίστανται ρυθμίσεις του κυρωτικού της νόμου και μάλιστα αναδρομικώς, αφού η «κύρωση» από το νόμο εμπεριέχει εννοιολογικώς την αναδρομή του νόμου. (Στε Ολ 1901/2014). Κατά τα άρθρα 95 παρ.1 στοιχ. α΄ του Συντάγματος και 45 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και όχι και των διατάξεων τυπικού νόμου. (ΣτΕ 634/2013)

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω προκύπτει κατά την γνώμη μου :
Ι) Δια της ΠΝΠ επιβάλλεται κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ 5 Σ, δέσμευση της διαχείρισης μέρους των περιουσιακών στοιχείων των ΑΕΙ (όπως εν προκειμένω των διαθεσίμων  τους) που  όλα (και οι ΕΛΚΕ) έχουν ενταχθεί στο «Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης», σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών ESA 1995 του Κανονισμού 2223/1996, με τον οποίο θεσπίσθηκε το «Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών της Κοινότητας», όσο και του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν  4270/2014[5].
Πάντως η ένταξη  προκύπτει και αποδεικνύεται από τον πίνακα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής και δεν είναι κατά την άποψη μας εφικτή άμεσα η αμφισβήτηση της, εν όψει του τιθεμένου με την ΠΝΠ ζητήματος .(Βλ ΣτΕ[6] 2497/2013)

ΙΙ) Με τις παραπάνω εκτιθέμενα μπορεί να υποστηριχθεί  ότι  επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 17 του  ισχύοντος Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, «αναγκαστική» και εκ του νόμου στέρηση της εξουσίας διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων των ΑΕΙ, η οποία εξουσία αποδίδεται στην Τράπεζα της Ελλάδος.
 Ως προς την διαχείριση των τίτλων θα ήθελα να θέσω υπόψη Σας την νομολογία του ΣΤΕ που προαναφέρθηκε, αλλά και τις ακόλουθες σκέψεις της με αριθμό 2115/2014 Αποφάσεως της Ολ ΣτΕ: «….από τα άρθρα 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημόσιου συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των ενοχικών δικαιωμάτων, εφόσον, υπό τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, ο περιορισμός είναι πρόσφορος, αναγκαίος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας. Κατά δε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στο νομοθέτη εναπόκειται να αξιολογήσει τους λόγους δημόσιας ωφέλειας που μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση στην περιουσία, ύστερα από στάθμιση ζητημάτων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσεως, αρκεί η εν λόγω εκτίμηση να μη στερείται προδήλως λογικής βάσης (Ε.Δ.Δ.Α. Sud Parisienne de Construction κατά Γαλλίας σκ. 36) η προστασία δε της εθνικής οικονομίας της χώρας με τη νομοθετική επέμβαση σε ζητήματα παροχών κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί, κατ’ αρχήν, νόμιμο σκοπό, συμβατό με τους γενικούς στόχους της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. σχετ. Ε.Δ.Δ.Α. Andrejeva κατά Λεττονίας 18.2.2009 σκ. 86). Τέλος, σε κάθε επέμβαση στην περιουσία, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του σεβασμού της περιουσίας των προσώπων και να πληρούνται οι όροι της αρχής της αναλογικότητας (Ε.Δ.Δ.Α. Sud Parisienne de Construction κατά Γαλλίας σκ. 41, Andrejeva κατά Λεττονίας σκ. 87).»

ΙΙΙ) Επισημαίνεται ότι προστατεύεται το ΑΕΙ  ως φορέας  των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της EE[7]. Αναμφισβήτητα η Π.Ν.Π δεν διακρίνει παντελώς αν τα διαθέσιμα προέρχονται από δωρεές, κληροδοτήματα ,επιχορηγήσεις με δεσμεύσεις από τη ΕΕ, ή αποτελούν αμοιβές τρίτων για την πληρωμή των οποίων απαιτείται ειδική διαδικασία, ή δεσμεύσεις από δικαστικές αποφάσεις ή εγγυήσεις ή έχουν κατασχεθεί εις χείρας τρίτων και υφίστανται δεσμεύσεις ποινικές ρήτρες κλπ.
Έτσι προφανώς η άσκηση εννόμων δικαιωμάτων των  ΑΕΙ προς διασφάλιση των συμφερόντων τους είναι  απολύτως αναγκαία από τις διοικήσεις τους ,εν όψει και της απειλουμένης διακοπής ζωτικών λειτουργιών τους, που δεν μπορούν ασφαλώς να προβλεφθούν, όπως δαπάνες λειτουργίας ιατρικών μονάδων κλπ 


ΙV) Θεωρώ ο μόνος αρμόδιος  για να αποφασίσει ενόψει της Π.Ν.Π για την τύχη των διαθεσίμων του ΑΕΙ (και του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) είναι η Σύγκλητος εκάστου ΑΕΙ ,ως έχουσα την γενική αρμοδιότητα και την αρμοδιότητα έλεγχου του ειδικού λογαριασμού και τη ευθύνη διαχείρισης και εποπτείας της περιουσίας του ΑΕΙ.


23/4/2015

                                             ΑΝΤΩΝΗΣ Π. ΑΡΓΥΡΟΣ
                          










[1] «ζ. Τα κεφάλαια που κατατίθενται από τα Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. στην Τράπεζα της Ελλάδος σε λογαριασμούς ταμειακής διαχείρισης, δύνανται να επενδύονται στο σύνολό τους σε συμβάσεις αγοράς ή πώλησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου με σύμφωνα επαναπώλησης/ επαναγοράς με αντισυμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο (repos, reverse repos, buy/sell back, sell/buy back). Σε περίπτωση κεφαλαιακών ζημιών των Ν.Π.Δ.Δ. και Α.Φ. από την για οποιονδήποτε λόγο μη προσήκουσα και ιδίως μη έγκαιρη ή μη ολοσχερή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου ως αντισυμβαλλομένου σε συμβάσεις αγοράς ή πώλησης με σύμφωνα επαναγοράς, το Ν.Π.Δ.Δ. ή ο Α.Φ. που υπέστη τη ζημία έχει απευθείας αξίωση αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου.»
  *** Η περ.ζ`,όπως είχε τροποποιηθεί  με το άρθρο 232 παρ.2β. Ν.4281/2014,ΦΕΚ Α 160,
       αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 36 Ν.4320/2015,ΦΕΚ Α 29.Ισχύς  από 17.3.2015.
[2] Η ΠΝΠ αφορά όλους τους φορείς Γενικής Κυβέρνησης που είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο φορέων Γενικής Κυβέρνησης της ΕΛΣΤΑΤ και συγκεκριμένα 1.505 φορείς Γενικής Κυβέρνησης, 492 Νομικά Πρόσωπα Κεντρικής Κυβέρνησης και δημόσιες επιχειρήσεις (ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ Α.Ε) και 877 δημοτικές επιχειρήσεις, δημοτικούς φορείς κ.λπ.
[3] Eνημερωμένο στατιστικό Μητρώο των Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης[09.09.2014]
[4] Βλ. σχετικά την Εισηγητική Έκθεση επί του σχεδίου Συντάγµατος της Συνταγµατικής Επιτροπής: «Τέλος, ν ρθρ 44παρ. 1, ες κτάκτους περιπτώσεις ξαιρετικς πειγούσης κα προβλέπτου νάγκης, Πρόεδρος, πάντοτε τ προτάσει το πουργικο Συµβουλίου, δύναται ν κδίδ γενικς πράξεις νοµοθετικο περιεχοµένου... Τοτο γένετο κα ες τπαρελθόν δι τς δηµοσιεύσεως πράξεων το Υπουργικο Συµβουλίου νοµοθετικο περιεχοµένου, ατινες βραδύτερον,κα νίοτε οχ ντός συντόµου χρόνου, κυροντο π τς Βουλς. γένετο µως τοτο κατ παράβασιν τοΣυντάγµατος, πό τν εθύνην τς κυβερνήσεως, πρς ντιµετώπισιν λως κτάκτων περιπτώσεων. δη τ µέχρι τοδε παρανόµως γενόµενον, νοµιµοποιεται, δι τς π το Συντάγµατος ναγνωρίσεως τς τοιαύτης νάγκης.» και τα Επίσηµα Εστενογραφηµένα Πρακτικά της Ολοµέλειας της Επιτροπής του Συντάγµατος του 1975, σ. 449. Βλ. ακόµη Ράικου, Συνταγµατικό ∆ίκαιο, τόµ. Α΄, τεύχ. β΄, σελ. 325: «Οι διατάξεις του άρθρ. 44 § 1 του Συντάγµατος προβλέπουντην έκδοση πράξεων νοµοθετικού περιεχοµένου από τον Πρόεδρο µετά από πρόταση του Υπουργικού Συµβουλίου. Οι διατάξεις αυτές νοµιµοποιούν τις πράξεις του Υπουργικού Συµβουλίου νοµοθετικού περιεχοµένου, που εκδίδονταν υπό την ισχύ του προηγούµενου Συντάγµατος για την αντιµετώπιση έκτακτων περιστάσεων και οι οποίες κυρώνονταν κατόπι µε τυπικό νόµο.»
[5] Άρθρο 14: Ορισμοί [άρθρα 2 και 6(2) Οδηγίας 2011/85/ΕΕ  προκύπτει ότι, προκειμένου να υπαχθεί ένα νομικό πρόσωπο στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς τα καθοριζόμενα στις διατάξεις αυτές κριτήρια.
[6] Κρίθηκε οτι : Κρίσιμο το κριτήριο του ελέγχου του νομικού προσώπου από την Κεντρική Διοίκηση. Το αιτούν νομικό πρόσωπο ….. δεν ελέγχεται από την Κεντρική Διοίκηση και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κατάταξή του στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης.
[7] (βλ. Κ. Χρυσόγονου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 3η έκδ., 2006, σ. 51 επ.)

19 Απριλίου 2015

ΑΤΟΜΙΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΝΑΚΛΗΣΗ

ΑΤΟΜΙΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ, ΕΚΔΟΘΕΙΣΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΙΝ ΝΟΜΟΥ, ΕΥΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΧΡΟΝΟΣ, Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΛΗΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ, Η ΕΦΕΣΗ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ, ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΔΙΚΟ, ΜΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ, ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ Η ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ Η ΑΛΛΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΙΤΕ ΠΡΟΣ ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ, ΖΗΤΗΜΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 58 ΠΑΡ. 1 ΤΟΥ Π.Δ. 18/1989, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΕΘΕΙ ΜΟΝΟΝ ΕΦΟΣΟΝ ΕΧΕΙ ΑΠΟΦΑΝΘΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΕ ΟΜΟΙΑ Η ΠΑΡΕΜΦΕΡΗ ΝΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ»
Αριθμός 3578/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2012, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Ι. Μαντζουράνης, Μ. Γκορτζολίδου, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Νικολοπούλου.
Για να δικάσει την από 29 Σεπτεμβρίου 2011 έφεση:
του …..), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Προκόπιο Παυλόπουλο (Α.Μ. 7107), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των: 1….. παρέστησαν με τον δικηγόρο Αλέξιο Δημητρακόπουλο (Α.Μ. 22215), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο
και κατά της υπ’ αριθμ. 228/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Βασιλειάδη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο των εφεσιβλήτων, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
3. Επειδή, με το άρθρο μόνον παρ. 1 του α.ν. 261/1968 (Α΄ 12) ορίσθηκε ότι «Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε διά το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος ήσσων της 5ετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος». Εξάλλου, η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στη Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξης, ενώ η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος της ευμενούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξης. Σύνθεση των αρχών αυτών συνιστούν οι γενικές αρχές ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται εάν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους, ενώ επιτρέπεται η ανάκλησή τους και μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου, για λόγους δημοσίου συμφέροντος (Σ.τ.Ε. 3906/2008, 2403/1997 Ολομ.), ή όταν η έκδοση της ανακαλούμενης πράξης προκλήθηκε από δόλια ενέργεια του διοικουμένου (Σ.τ.Ε. 303/2002 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά γενική επίσης αρχή, η ανάκληση διοικητικής πράξης επιτρέπεται, εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοσή της, μόνο για λόγους νομιμότητας και όχι για διαφορετική εκτίμηση των αυτών πραγματικών περιστατικών (Σ.τ.Ε. 2815/1990 7μ.), πλην, κατ’ εξαίρεση της αρχής αυτής, η διοικητική πράξη μπορεί να ανακληθεί για τον λόγο ότι εκτιμώνται ήδη με διαφορετικό τρόπο τα αυτά πραγματικά περιστατικά εφόσον συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος (Σ.τ.Ε. 1712/2002, 4284/1999, 1223/1993, 4084/1988). Εξάλλου, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου μόνου του α.ν. 261/1968 προβλέπει ότι ανάκληση διοικητικής πράξης σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την έκδοσή της θεωρείται ότι γίνεται εντός ευλόγου χρόνου, χωρίς να ορίζει, πάντως, ότι με τη συμπλήρωση της πενταετίας εξαντλούνται τα όρια του ευλόγου χρόνου, πέραν των οποίων η ανάκληση απαγορεύεται. Εάν η πάροδος ορισμένου χρόνου, από την έκδοση της ανακαλούμενης πράξης, υπερβαίνει τον εύλογο για την ανάκληση χρόνο, είναι ζήτημα που κρίνεται από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, κατά περίπτωση, βάσει των δεδομένων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη υπόθεση (Σ.τ.Ε 3906/2008, πρβλ. Σ.τ.Ε 1501/2008, 227/2006, 2566/2002 κ.ά.). Περαιτέρω, η νομιμότητα της ανακλητικής διοικητικής πράξης, κρίνεται από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται εν όψει των περιεχομένων σ' αυτήν αιτιολογιών ανάκλησης που μπορεί, κατ’ αρχήν, να συμπληρώνονται από τα στοιχεία του φακέλου (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2233/1977 Ολομ.), χωρίς όμως να επιτρέπεται σε αυτό να υποκαταστήσει τις μη νόμιμες αιτιολογίες με άλλη αιτιολογία, την οποία δεν επικαλέσθηκε η αρχή που την εξέδωσε, αλλά τη διατυπώνει η διάδικη διοικητική αρχή με την έκθεση των απόψεών της και τα υποβληθέντα υπομνήματα προς το δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι η ανωτέρω αιτιολογία μπορεί να παράσχει νόμιμο έρεισμα στην προσβαλλόμενη ανακλητική πράξη (πρβλ. Σ.τ.Ε 3318/1999, 6428/1995, 312/1994).
4. Επειδή, στο άρθρο 58 παρ. 1 (εδάφιο δεύτερο) του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4987/2012, 3933/2012). Ειδικότερα, ως αντίθεση σε νομολογιακό προηγούμενο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης δεν νοείται η αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά εκείνη που αφορά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εκκαλουμένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση. Εξάλλου, ο εύλογος χρόνος που συναρτάται με τη δυνατότητα ανάκλησης διοικητικής πράξης κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, αποτελεί νομική έννοια και στοιχείο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, προσδιορίζεται δε με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης, όπως το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξης, ο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο χωρεί η ανάκληση, οι ιδιαίτερες συνθήκες που θεμελιώνουν λόγο δημόσιου συμφέροντος και τα τυχόν αποκτηθέντα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων. Επομένως, στην περίπτωση αυτή ζήτημα νομολογιακού προηγουμένου, κατά την έννοια του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, μπορεί να τεθεί μόνον εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε μόνο μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό ζήτημα.

5. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη από την άποψη του παραδεκτού της κρινόμενης έφεσης το ζήτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι αν η εκκαλούμενη απόφαση ερμήνευσε ορθώς τις γενικές αρχές ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, δεχόμενη ότι η πάροδος 15 ετών από την κύρωση της πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου ήταν δυνατή η ανάκληση της κυρωτικής πράξης για λόγους νομιμότητας, συναφώς δε και αν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία προσδιορίζεται η, κατά τις γενικές αυτές αρχές, έννοια του ευλόγου χρόνου υπό τα αυτά ή παραπλήσια γεγονότα που κρίθηκαν από το δικάσαν. Εν προκειμένω, στο δικόγραφο της έφεσης παρατίθενται οι κρίσεις της εκκαλουμένης και στη συνέχεια προβάλλεται ότι η ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων για την ανάκληση των παράνομων διοικητικών πράξεων από το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς είναι εσφαλμένη καθώς και ότι δεν υφίσταται, «… καθ’ οιονδήποτε τρόπο, διαμορφωμένη ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου …». Αντιθέτως, οι εφεσίβλητες με το από 23.5.2012 υπόμνημα ισχυρίζονται ότι με το δικόγραφο της έφεσης ο εκκαλών δεν προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς που καθιστούν παραδεκτή την άσκηση της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 και παραθέτουν νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετική με την ανάκληση των διοικητικών πράξεων (βλ. σελ. 3 του υπομνήματος στην οποία μνημονεύονται οι αποφάσεις Σ.τ.Ε. 289/1993, 1974/1994, 2880/1997, 3959/1998, 2051/1999, 2595/2001, 3447/2007). Ο προαναφερθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος για το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης παραδεκτώς και βασίμως προβάλλεται, διότι υπό τα αυτά νομικά και πραγματικά γεγονότα που έκρινε η εκκαλουμένη καθ’ ερμηνεία των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, δοθέντος και ότι οι αποφάσεις τις οποίες μνημονεύει στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού η εκκαλούμενη απόφαση, κατά την ερμηνεία των γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων (βλ. σκ. 7 εκκαλουμένης), αφορούν την ανάκληση οικοδομικής άδειας και άλλων αδειών, ενώ και η 2819/1997 απόφαση του Σ.τ.Ε., που παρατίθεται στην ελάσσονα, και με την οποία κρίθηκε ότι είναι νόμιμη η ανάκληση και ανασύνταξη, λόγω πλάνης, πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης 16 έτη μετά την έκδοσή της (βλ. σκ. 4 της 2819/1997 απόφασης), υπό διαφορετικά δεδομένα σε σχέση με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί νομολογία του Σ.τ.Ε. η οποία στηρίζει την κρίση της εκκαλουμένης και ότι επιλύει το τιθέμενο εν προκειμένω ζήτημα. Κατόπιν τούτου, είναι απορριπτέος και ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων περί απαραδέκτου της έφεσης, αφού και οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που μνημονεύονται στο από 23.5.2012 υπόμνημά τους, δεν αφορούν την ανάκληση πράξεων προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας. 

08 Απριλίου 2015

ΜΕΤΑΓΡΑΦΕΣ ΑΕΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΕ

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ' αριθμ. 1251/2015 απόφασή της έκρινε αντισυνταγματικό το νομοθετικό πλαίσιο για τις μετεγγραφές των φοιτητών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και ακύρωσε το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, ενώ οι μετεγγραφές που ήδη έγιναν, ακυρώνονται και οι φοιτητές επανεγγράφονται στις Σχολές που εισήχθησαν αρχικά, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων.
Η απόφαση αυτή οδηγεί σε πλήρη ανατροπή το σύστημα μετεγγραφών στην Ελλάδα και το υπουργείο Παιδείας θα πρέπει να προχωρήσει σε νέο νόμο που θα λύνει σοβαρά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί. Κυρίως, όμως, με την απόφαση ουσιαστικά καταργούνται κοινωνικά κριτήρια όπως πολύτεκνοι, τρίτεκνοι, ορφανοί κ.λπ.
Ακόμη, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε ότι οι μεταγραφές των φοιτητών στα Πανεπιστήμια θα γίνονται με ανώτατο πλαφόν, το οποίο θα καθορίζεται από τις Σχολές (και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10%) και θα αφορά μόνο δύο κατηγορίες φοιτητών, αυτών που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και λόγω ανυπέρβλητης οικονομικής δυσχέρειας, ενώ κανένα άλλο κοινωνικό κριτήριο δεν ισχύει (πολύτεκνοι, τρίτεκνοι, ορφανοί, κ.λπ.).
Ειδικότερα, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με πρόεδρο τον Σωτ. Ρίζο και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Κ. Πισπιρίγκο, με την υπ' αριθμ. 1251/2015 απόφασή της, έκρινε ότι το νομοθετικό πλαίσιο του περασμένου έτους, που προβλέπει την διαδικασία μετεγγραφής των φοιτητών δεν τηρεί τις συνταγματικές προϋποθέσεις.
Υπενθυμίζεται ότι ο νόμος 4264/2014 και δύο αποφάσεις του υπουργού Παιδείας του περασμένου έτους, έδιναν τη δυνατότητα μετεγγραφής φοιτητών πολυτέκνων και τριτέκνων οικογενειών, ορφανών, τέκνων άγαμων μητέρων, κωφαλάλων, τυφλών, νεφροπαθών που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, ατόμων που έχουν αναπηρία πάνω από 67%, τέκνων θυμάτων τρομοκρατίας, κ.λπ.
Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου αφού ερμήνευσε το άρθρο 16 του Συντάγματος που αφορά την Παιδεία, αναφέρει ότι κάθε εισαγόμενος φοιτητής στα Πανεπιστήμια «πρέπει, κατ΄ αρχήν να φοιτά στην Σχολή ή το Τμήμα όπου εισάγεται μέχρι την αποφοίτησή του».
Όμως, κατ' εξαίρεση ο νομοθέτης μπορεί «να θεσπίζει διατάξεις που επιτρέπουν τις μετεγγραφές εκείνων των φοιτητών οι οποίοι αδυνατούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην Σχολή ή το Τμήμα, όπου έχουν εισαχθεί, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι ή λόγω ανυπέρβλητης οικονομικής δυσχέρειας και ζητούν να μετεγγραφούν σε αντίστοιχη Σχολή ή Τμήμα Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος που εδρεύει σε άλλη πόλη, όπου αποδεδειγμένα θα έχουν την αναγκαία για τη φοίτησή τους ιατρική ή οικονομική, κατά περίπτωση, υποστήριξη».
Στην συνέχεια στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ αναφέρεται ότι «χάριν προστασίας της εύρυθμης λειτουργίας και σεβασμού της πλήρους αυτοδιοικήσεως των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, το άρθρο 16 του Συντάγματος επιβάλλει στον νομοθέτη κατά τη θέσπιση των διατάξεων περί μετεγγραφών: α) να προβλέπει ανώτατο όριο για τις καθ΄ έκαστο ακαδημαϊκό έτος επιτρεπόμενες μετεγγραφές, το οποίο ευλόγως δεν δύναται να υπερβαίνει -συνολικά για τα εξάμηνα σπουδών- ποσοστό 10% επί των κατά το ίδιο ακαδημαϊκό έτος εισαγομένων σε κάθε Σχολή ή Τμήμα υποδοχής και β) να καθιστά τα όργανα των Σχολών και των Τμημάτων υποδοχής αποφασιστικώς αρμόδια για να εκτιμούν, με ειδικώς αιτιολογημένη κρίση και χωρίς υποχρέωση εξαντλήσεως του ως άνω ορίου, αν και σε ποιο βαθμό επιτρέπουν οι λειτουργικές δυνατότητες τους τη διενέργεια μετεγγραφών κατά το συγκεκριμένο ακαδημαϊκό έτος και ακολούθως να αποφασίζουν επί των σχετικών αιτήσεων των ενδιαφερομένων συνεκτιμώντας και την επίδοση εκάστου εξ αυτών στις σπουδές του».
Ακόμη, η Ολομέλεια του ΣτΕ αναφέρει ότι με τη θέσπιση των διατάξεων για τις μετεγγραφές των φοιτητών, ο νομοθέτης «δεν τήρησε τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋπόθεσης που τίθενται από το άρθρο 16 του Συντάγματος, χάριν προστασίας της εύρυθμης λειτουργίας και σεβασμού της πλήρους αυτοδιοικήσεως των ΑΕΙ, αλλά επέβαλε στα ιδρύματα ουσιαστικώς απεριόριστες μετεγγραφές φοιτητών».
Κατά συνέπεια «οι διατάξεις αυτές είναι αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες, οι δε προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν για την εφαρμογή τους πρέπει να ακυρωθούν».
Η Ολομέλεια του ΣτΕ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι εκκρεμείς αιτήσεις για μετεγγραφή «στερούνται νομίμου ερείσματος» και ότι οι Σχολές ή τα Τμήματα όπου αυτοί εισήχθησαν, βάσει των αποτελεσμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων του σχολικού έτους 2013-2014, οφείλουν να τους επανεγγράψουν εάν τυχόν έχουν ήδη προβεί σε διαγραφή βάσει των επίμαχων αποφάσεων του υπουργού Παιδείας που ακυρώθηκαν.
Υπενθυμίζεται ότι στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο είχαν προσφύγει, μέσω του δικηγόρου Δημήτρη Μέλισσα, η Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και 115 μέλη του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των Σχολών αυτών (καθηγητές).

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...