22 Μαρτίου 2013

ΔΣΑ

Ήταν ΚΑΙ ΕΊΝΑΙ μεγάλη μου τιμή να υπηρετώ σ'έναν τόσο μεγάλο σύλλογο όπως τον ΔΣΑ , τον οποίο αγαπώ και αγωνίστηκα και θα αγωνίζομαι για αυτόν με όλη μου την καρδιά. Είμαι περήφανος για τις επιτυχίες αλλά και τις δυσκολίες που περνά.είμαι περήφανος που μετά από τόσα χρόνια βλέπω τα νέα τα παιδιά να δίνουν την ψυχή τους (και η ψυχή τους είναι όχι μονάχα οι αγώνες της επιβίωσης και της διεκδίκησης,αλλά και κυρίως η τέχνη ). Σάς ευχαριστώ πιστεύω πως τα νιάτα του ΔΣΑ θα δώσουν την δροσιά,την αύρα που χρειαζόμαστε σαν επαγγελματίες και σαν ανθρωποι, (μου λείπει απ΄την συντροφιά μας ο πάντα χαμογελαστός Γιαννης Καλογριδάκης)22/3/2013

18 Μαρτίου 2013

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9Α ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ





Άρθρο 9A Συντάγματος:
Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από την συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:

ΣΕ 2279/2001: «..η σύσταση της Αρχής και η συγκρότησή της δεν αντίκειται σε καμιά συνταγματική διάταξη ή αρχή, δοθέντος άλλωστε ότι ως εκ του ειδικού κοινοβουλευτικού ελέγχου για την επιλογή των μελών της Αρχής (πλην του Προέδρου) υπάρχει αναγωγή της συγκρότησής της στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. » [=Αρμ (2001), σελ. 1117 επ.]

ΣΕ 2280/2001 (Ολ): Τα στοιχεία που, κατά το άρθρο 2 του Ν.Δ. 127/1969, περιλαμβάνονται στα δελτία ταυτότητας, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 περίπτ. α΄ του Ν. 2472/1997, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Οι δε προβλεπόμενες από τις διατάξεις του Ν.Δ. 127/1969 και των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 αυτού εκδιδομένων υπουργικών αποφάσεων, εργασίες των αστυνομικών αρχών που αφορούν τα εν λόγω στοιχεία, δηλαδή η συλλογή και η καταχώρισή τους (αναγραφή) στα δελτία ταυτότητας, συνιστούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του Ν. 2472/ 1997, αφού, όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 3 του Ν.Δ. 127/1969, τα παραπάνω στοιχεία περιλαμβάνονται σε ειδικό αρχείο. Εφ' όσον όμως, όπως έγινε από την κρατήσασα γνώμη δεκτό σε προηγούμενη σκέψη, η διάταξη της περίπτ. 20 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 127/1969, που προβλέπει την αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας, αντίκειται στο Σύνταγμα, η επεξεργασία του ευαίσθητου αυτού δεδομένου ήταν, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Ν. 2472/1997, μη νόμιμη [=Αρμ (2001), 1122 επ.]

ΣΕ 2281/2001 (Ολ.): η συλλογή του προσωπικού δεδομένου της ιθαγένειας και η αναγραφή της στο δελτίο ταυτότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 2 περ. 18 του ν.δ. 127/ 1969, εξυπηρετεί τον πιο πάνω σκοπό του δελτίου ταυτότητας ως ταξιδιωτικού εγγράφου, κατά ρητή επιταγή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που έχουν εισαχθεί και στην εσωτερική έννομη τάξη. Συνεπώς η επεξεργασία του προσωπικού αυτού δεδομένου είναι σύμφωνη με τις αρχές του νόμιμου σκοπού και της αναλογικότητας, οι οποίες καθιερώνονται με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και το ν. 2472/1977 (άρθρ. 4 παρ. 1)

ΣΕ 2282/2001 (Ολ.): η συλλογή του προσωπικού δεδομένου του ονόματος του (της) συζύγου και η αναγραφή του στο δελτίο ταυτότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 2 περ. 7 του ν.δ. 127/1969, δεν είναι σύμφωνη με την αρχή του σκοπού που καθιερώνεται, κατά τα εκτεθέντα, με την οδηγία 95/46/ΕΚ και το ν. 2472/1997 (άρθρ. 4 παρ. 1), καθόσον δεν αποτελεί πρόσφορο ή αναγκαίο στοιχείο για την εξυπηρέτηση των σκοπών της ταυτότητας [Αρμ (2001), σελ. 1135 επ.]

ΣΕ 2283/2001 (Ολ): ... όταν εκτελείται από δημόσια αρχή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει αυτή να προβλέπεται ειδικώς από διάταξη νόμου, σύμφωνη με το Σύνταγμα, άλλως η επεξεργασία είναι μη νόμιμη και επιβάλλεται η διακοπή της, ανεξάρτητα από τυχόν παρέμβαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [ΤοΣ (2001), σελ. 1026 επ.]

ΣΕ 2284/2001 (Ολ.): ... προκειμένου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, απαιτείται σε κάθε περίπτωση, ασυνδέτως δηλαδή προς συγκεκριμένο πρόσωπο, να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, που, μεταξύ άλλων, ορίζει ότι τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για σαφείς και νόμιμους σκοπούς. Συνεπώς, όταν εκτελείται από δημόσια αρχή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει αυτή να προβλέπεται ειδικώς από διάταξη νόμου, σύμφωνη με το Σύνταγμα, άλλως η επεξεργασία είναι μη νόμιμη και επιβάλλεται η διακοπή της, ανεξάρτητα από τυχόν παρέμβαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Μόνο δε εάν συντρέχουν οι παραπάνω βασικές προϋποθέσεις έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Ν. 2472/1997, οι οποίες επιβάλλουν ως περαιτέρω πρόσθετη, κατ' αρχήν, προϋπόθεση νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συγκεκριμένου προσώπου, τη συγκατάθεση αυτού. Ειδικώς όσον αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, όπως το θρήσκευμα, απαιτείται επιπλέον και η προηγούμενη άδεια της Αρχής (άρθρ. 7) [ΤοΣ (2001), σελ. 1048 επ.]

ΣΕ 25/2007: ... η γνωμοδότηση της Αρχής απαιτείται για ρυθμίσεις που αφορούν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων. Εξ άλλου, όπως προεκτέθηκε, κατά την έννοια της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην Ενωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Α κοινοποιείται μόνο το πόρισμα της εκθέσεως ελέγχου την οποία συντάσσει ο ΟΕΛ, δηλαδή μόνο η διαπίστωση της συνδρομής ή μη των νομίμων προϋποθέσεων για τον χαρακτηρισμό μιας εφημερίδας ως οικονομικής, και όχι το πλήρες κείμενο της εκθέσεως αυτής και τα στοιχεία βάσει των οποίων συντάσσεται. Το κοινοποιούμενο πόρισμα, με το περιεχόμενο αυτό, δεν συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του ν. 2472/1997. Ενόψει τούτων, αβασίμως, εν πάση περιπτώσει, προβάλλει η αιτούσα ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως θα έπρεπε να ζητηθεί η γνώμη της Αρχής, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η έκθεση του ΟΕΛ που κοινοποιείται στην ΕΙΗΕΑ περιέχει επιχειρηματικά απόρρητα του εκδότη, αλλά και προσωπικά δεδομένα για το προσωπικό της επιχειρήσεως. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι, με την κοινοποίηση της εκθέσεως του ΟΕΛ στην ΕΙΗΕΑ, κοινοποιούνται "ευαίσθητα δεδομένα" σε φορέα άλλον από εκείνον για τον οποίο συλλέγονται κατά παράβαση του άρθρου 9 Α του Συντάγματος, είναι, κατόπιν των γενομένων δεκτών ανωτέρω, απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως [ΕΔΔΔ (2009), σελ. 1048 επ.]

ΣΕ 2683/2010: Η κρίση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα πρέπει να περιορίζεται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων της ως διοικητικού οργάνου και να μην επεκτείνεται και επί ζητημάτων που αποτελούν αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσεως και εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων [ΝοΒ (2011), 150]

ΣΕ 2629/2006: Επειδή, η γνωστοποίηση εξαγγελλόμενης διερευνήσεως για την διαπίστωση της νομιμότητος ή μη διοικητικών πράξεων, με τις οποίες χορηγήθηκε απαλλαγή από την υποχρέωση στρατεύσεως για λόγους υγείας, έστω και αν αφορούν πρόσωπα γνωστά στο ευρύτερο κοινό, δεν συνιστά επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων δυνάμενη να επιτραπεί με βάση το άρθρο 7 του ν. 2472/1997, διότι δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες προβλέπεται, από την παράγραφο 2 περίπτωση ε΄ του άρθρου αυτού, η δυνατότητα της κατ’ εξαίρεση επεξεργασίας τέτοιων δεδομένων από δημόσια αρχή, και ειδικώτερα δεν αφορά επεξεργασία δεδομένων που είναι αναγκαία ούτε για λόγους εθνικής ασφαλείας ούτε για την εξυπηρέτηση των αναγκών εγκληματολογικής ή σωφρονιστικής πολιτικής, εφόσον δεν αφορά τη διακρίβωση εγκλημάτων ούτε ποινικές καταδίκες ή μέτρα ασφαλείας [ΕΔΔΔ (2008), 1035]

ΣΕ 749/2005: … η αποδοθείσα στην αιτούσα παράβαση σχετικά με την παράνομη επεξεργασία προσωπικών στοιχείων του ανωτέρω καταγγείλαντος, δηλαδή την διαβίβαση από αυτήν προσωπικών στοιχείων του, τα οποία περιείχοντο στο αρχείο της, στην ανωτέρω Τράπεζα για την έκδοση πιστωτικής κάρτας χωρίς την συγκατάθεσή του, πράγμα το οποίο η ίδια η αιτούσα αποδέχεται, αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς. Η παράβαση αυτή δεν αίρεται, κατά τον νόμο, από την ύπαρξη ενδεχομένως σχετικού λάθους ή σχετικής αμελείας της αιτούσας, διότι, κατά τα ανωτέρω, αυτή έχει ιδιαίτερη υποχρέωση επιμελούς διαφυλάξεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγείλαντος που περιλαμβάνονται στο αρχείο της, ώστε να αποφεύγεται κάθε μη επιτρεπτή επεξεργασία τους. Επομένως ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως ότι η Αρχή δεν έλαβε υπ’ όψη τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι η επεξεργασία των δεδομένων του καταγγείλαντος χωρίς την συγκατάθεσή του οφείλεται σε λάθος «πληκτρολόγηση» του αριθμού του συμβολαίου του και ότι η ίδια προέβη σε συνεργασία με την Τράπεζα στις 3.8.2000 στην ακύρωση της πιστωτικής κάρτας, διορθώνοντας το σφάλμα της, μετά την από 25.7.2000 επιστολή του καταγγείλαντος, πρέπει να απορριφθεί διότι οι ισχυρισμοί δεν είναι νομικά κρίσιμοι και δεν αίρουν κατά νόμο την συντελεσθείσα παράβαση [ΕλΔνη (2006), 1286]

ΣΕ 2255/2005: Η διαβίβαση πληροφοριών που προέρχονται από το τηρούμενο αρχείο Τράπεζας για την οικονομική συμπεριφορά αστυνομικού προσωπικού στην αρμόδια για τον πειθαρχικό έλεγχο αστυνομική υπηρεσία, προκειμένου να εξαναγκασθούν οι αστυνομικοί υπάλληλοι να εκπληρώσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα δεν συνιστά επεξεργασία που εμπίπτει στον σκοπό που προσδιορίζεται στην διενεργηθείσα ενημέρωση από αυτήν και η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στο εν λόγω αρχείο διενεργείται προς άλλο σκοπό και δεν είναι θεμιτή και σύννομη με τις διατάξεις του νόμου 2472/1997. Η σχετική επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων την οποία διενήργησε η Τράπεζα δεν είναι νόμιμη, αδιαφόρως αν η επεξεργασία είναι όντως αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημοσίου συμφέροντος ή έργου κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας που ενεργείται από δημόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από αυτήν στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή σε τρίτο στον οποίο γνωστοποιούνται τα δεδομένα, ή αν είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος της Τράπεζας ή του εν γένει πιστωτικού συστήματος.

ΣΕ 2254/2005: H διαβίβαση των επίμαχων προσωπικών δεδομένων υπαξιωματικών του Ναυστάθμου από την αιτούσα προς τον Διοικητή της Μονάδος αυτής αποτελούσε επεξεργασία αναγκαία για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, αλλά και για την άσκηση δημοσίας εξουσίας από την δημοσία αρχή στην οποία διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα, αφού χωρίς αυτήν θα καθίστατο ανέφικτη η άσκηση του επιβεβλημένου κατά νόμον πειθαρχικού ελέγχου επίμεμπτης συμπεριφοράς των εν λόγω υπαξιωματικών.

ΣΕ 3908/2008: Δεν επιτρέπεται η κατ' εξαίρεσιν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται χωρίς τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου για τους συγκεκριμένους σκοπούς του συγκροτηθέντος αρχείου όταν γίνεται εκτεταμένη παρακολούθηση της ιδιωτικής ζωής του ενδιαφερομένου έστω και αν αυτό δικαιολογείται από την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου [ΝοΒ (2005), 962]

ΣΕ 94/2003: Η σύμβαση εργασίας μεταξύ των καταγγελλόντων και της εταιρείας που τους απασχολούσε δεν αίρει την παράβαση κατ' άρθρο 5 § 2 εδ. α΄ του ν. 2472/1997, εφ' όσον η εκ μέρους χρηματιστηριακής εταιρείας επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων, διενεργήθηκε για σκοπό μη σχετιζόμενο αναγκαίως με την εκτέλεση της μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεως εργασίας, ήτοι για το άνοιγμα μερίδων στο Χρηματιστήριο Αξιών [ΕλΔνη (2003), 1065]

ΣΕ 96/2003: Η σύσταση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ως ανεξάρτητης αρχής, δεν αντίκειται σε κανένα νομικό κανόνα. Προσβολή πράξεων της Αρχής αυτής. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας εξετάσεως παραπόνων ή αιτήσεων κατ' άρθ. 19 § 1 του ν. 2472/97, έχει τη δυνατότητα να διερευνά και ελέγχει σχετικώς την συγκεκριμένη υπόθεση και να διαπιστώνει, εφ' όσον συντρέχει περίπτωση, παραβάσεις του νόμου, από την επεξεργασία δεδομένων, εκδίδοντας εκτελεστή διοικητική πράξη (Αντίθετη μειοψηφία). Δεν είναι νόμιμη πράξη της Αρχής αυτής με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση των διατάξεων σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, αν δεν προηγήθηκε ακρόαση του ενδιαφερομένου [ΔιΔικ 2005, 647]

10 Μαρτίου 2013

ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ» :ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ(2)
Του Αντώνη Π. Αργυρού.
τ.Υπουργού Επικρατείας,Δικηγόρου ΑΠ.
ΑΠΟΛΥΤΗ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ,ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ  ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ  ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΕΣ  ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ.
Είναι όνειρο μακρινό  αλλά όχι ακατόρθωτο η απονομή της Δικαιοσύνης να γίνεται στον τόπο μας δίκαια ,γρήγορα, αποτελεσματικά και κυρίως  κάτω από ανθρώπινες συνθήκες, σήμερα η κατάσταση που επικρατεί αποτελεί «εφιάλτη» για όλους και κυρίως για τους πολίτες. Το όνειρο δεν φαίνεται άπιαστο ,έτσι ώστε ή Δικαιοσύνη να γίνεται το καταφύγιο και η ασπίδα προστασίας κάθε αδικούμενου πολίτη ,χρειάζονται  όμως ριζικά μέτρα εκσυγχρονισμού της .
Η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται  τις περισσότερες φορές από τους  εκάστοτε κρατούντες σαν την  Λειτουργία  εκείνη που  είναι στη εξουσία χρήσιμη όταν είναι «αρεστή», ενώ οι δαπάνες για την αναβάθμιση των υπηρεσιών της είναι είδος πολυτελείας για το Ελληνικό Δημόσιο. Οι παρεμβάσεις της Εκτελεστικής Εξουσίας στη  επιλογή της Ηγεσίας  της Δικαιοσύνης  γίνονται πολλές φορές έτσι ώστε να  επιλέγονται εκάστοτε οι εκλεκτοί της, χωρίς  όμως να το επιτυγχάνει πάντοτε.  Το χειρότερο όμως είναι  η άδικη έως υβριστική  κριτική πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, σε μη αρεστές δικαστικές Αποφάσεις (Βλ αποφάσεις  ΑΠ 8- 9/1998 Το Σ /1998,410)ή ενέργειες.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επί κυβερνήσεως του οποίου ιδρύθηκε και άρχισε να λειτουργεί το Συμβούλιο της Επικρατείας , είχε τονίσει, εισηγούμενος ήδη από το 1911 τη δημιουργία του ΣτΕ, «Ζητούμε διά του θεσμού τούτου, όπως το Κράτος του Δικαίου, την Πολιτείαν του Δικαίου, καταστήσωμεν όντως τοιαύτην περιορίζοντες την υπερβασίαν των οργάνων αυτής». Και συνέχιζε με μια παρότρυνση στους μελλοντικούς δικαστές του ΣτΕ: «Θέσατε υπέρ τον Υπουργόν όχι την Αρχήν του ΣτΕ..., θέσατε υπέρ τον Υπουργόν τον Νόμον. Διότι ο Νόμος πρέπει να είναι ανώτερος και του μικρού υπαλλήλου και του ανωτέρου, ανώτερος πασών των Αρχών, ανώτερος και του Υπουργού και του Βασιλέως ακόμη».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προσέθεσε σημαντικά  και ενδιαφέροντα στο τομέα της υπερασπίσεως των ατομικών δικαιωμάτων ,χωρίς όμως να βελτιώσει  τα προβλήματα απονομής της δικαιοσύνης και επιλογής της Ηγεσίας της, πλην της θεσπίσεως  τετραετούς θητείας για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Σήμερα κοινωνία που πιστεύει ,ότι το σημερινό σύστημα επιλογής της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης είναι διαβλητό ,υπάρχει δε όχι για εξυπηρετεί στο σύνολο του την Δικαστική Ανεξαρτησία ,αλλά για εξυπηρετεί  εκάστοτε άλλες προθέσεις της πολιτικής . Η αποτυχία της καθυπόταξης της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης στα κελεύσματα της πολιτικής ,επιβεβαιώνει την  ανάγκη της αλλαγής του συστήματος.
Σε κάθε περίπτωση η Συνταγματική Αναθεώρηση  θα μπορούσε να δώσει πολλά περισσότερα και μάλιστα στον κρίσιμο τομέα της απονομής της δικαιοσύνης ,θα μπορούσε  να αποκόψει τη  επέμβαση της Πολιτικής εξουσίας  στα ζητήματα εσωτερικής οργάνωσης της Δικαιοσύνης (όπως στη επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο της Ηγεσίας της) που έχει σαν συνέπεια την άμεση σχέση  με την δικαστική ανεξαρτησία . Η Ελληνική Βουλή στην Αναθεωρητική Λειτουργία της κατά την τελευταία Συνταγματική αναθεώρηση, δεν θέλησε ν’ ακούσει την σώφρονα πρόταση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον τρόπο επιλογής της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης ,όπως η πρόταση αυτή διατυπώνεται στη  Απόφαση της Ολομέλειας 6/2000,ούτε έκανε τον κόπο να λάβει υπ’ όψη της την εισήγηση της Επιτροπής του ΣτΕ  για τη Αναθεώρηση με αριθμό 3/2000 Απόφαση της Ολομέλειας  του ΣτΕ (βλ και την  14/1998 Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ).Αν επιθυμούν οι εκάστοτε κυβερνώντες  να καταστήσουν την δικαιοσύνη πραγματικά Ανεξάρτητη τότε πρέπει να αποφασίσουν να αφήσουν την επιλογή της Ηγεσίας της στην ίδια και στο μοναδικό και αλάνθαστο κριτήριο επιλογής :την Αρχαιότητα  Όλοι  πλέον εισηγούνται  τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης του άρθρου 90 Σ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τρόπος που σήμερα εφαρμόζεται, δηλαδή η επιλογή να γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, με την παρεμβολή της διαδικασίας της Βουλής, έχει πολλές φορές επικριθεί λόγω επιλογών, που έγιναν με καθαρά πολιτικά κριτήρια ή κατά βάναυση παραβίαση της ιεραρχίας, στο απώτερο παρελθόν. Για τον εξορθολογισμό αυτής της διαδικασίας προτείνεται: Ι) η επιλογή Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων να γίνεται από την ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, όμως να περιορίζεται μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών του οικείου δικαστηρίου. ακολούθως δε ο Πρόεδρος να επιλέγεται από την ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, μεταξύ των τριών πρώτων Αντιπροέδρων του δικαστηρίου αυτού. Το αυτό κατ’ αναλογίαν  θα πρέπει να ισχύσει και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ερώτημα τίθεται αν θα πρέπει να θεσπισθεί θητεία και για τους Αντιπροέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Ήδη με συνταγματική διάταξη ορίζεται ότι η θητεία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των Διοικητικών Δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών, ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός, που κατέχει τη θέση, δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας.
Σε άλλη  περίπτωση προτείνεται ΙΙ) θα προκριθεί ως λύση η επιλογή της Ηγεσίας  να γίνεται τελικά μετά από πρόταση της οικείας Ολομέλειας μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών του οικείου δικαστηρίου σε διπλάσιο αριθμό των κενουμένων θέσεων ,τότε την  επιλογή να κάνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. ΙΙΙ) Εάν και πάλι η πρόταση αυτή δεν επικρατήσει να ακολουθεί μεταξύ των προκριθέντων κλήρωση.
Τελικά αν πράγματι ,όλοι θέλουμε γρήγορη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη, νομίζω ότι καλόν είναι να την αφήσουμε ήσυχη ,να επιτελέσει την Αποστολή της  , αφού πρώτα, την εξοπλίσουμε με τα μέσα που απαιτούνται, την προικοδοτήσουμε με πόρους και την στελεχώσουμε επαρκώς ,εξαφανίζοντας ταυτόχρονα τα δεινά που την ταλανίζουν .
28/2/2013.

ΑΡΧΙΣΑΝΕ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ:



ΑΡΧΙΣΑΝΕ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ: Η άσκηση ποινικής δίωξης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών της Αθήνας στο πρώην Δ.Σ. της ΔΕΗ,μετα τις καταδίκες Τζοχατζόπουλου και Δημάρχου Παπαγεωργόπουλου,δίνει σαφές στίγμα του τι θα ακολουθήσει.Οι δικαστές φαίνεται πώς αρχίζουν και αντιδρούν σε όσα συμβαίνουν,ΕΊΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΤΜΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟΛΥΤΩΣ

ΤΟ ΣΤΕ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ.......ΚΙ ΑΛΛΗ Αποφαση ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Τουλάχιστον το 50% του φόρου, τελών, δασμών κλπ. -που τους καταλογίζει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο- θα πρέπει να καταβάλουν οι πολίτες και επιχειρήσεις που χάνουν την πρωτοβάθμια δίκη, σύμφωνα με σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η Επιτροπή Αναστολών της Ολομέλειας ΣτΕ άναψε το «πράσινο φως» για την άμεση πληρωμή των φόρων τελών, κλπ πριν από τη δευτεροβάθμια δίκη, κρίνοντας συνταγματικά ανεκτό τον περιορισμό της δυνατότητας αναστολής τέτοιων πληρωμών.

Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να «παγώσει» η πληρωμή της οφειλής, θεωρώντας επαρκές το γεγονός ότι υπήρξε μια πρωτοβάθμια δικαστική απόφαση που μπορεί να αποτελέσει νόμιμο τίτλο για να εισπράξει το Δημόσιο τον φόρο ή τα τέλη που επιδικάζονται.

Σύμφωνα μάλιστα με το ΣτΕ, ο περιορισμός του δικαιώματος για «πάγωμα» της πληρωμής που είχε κάθε πολίτης επί δεκαετίες (εφόσον αποδείκνυε ότι υφίσταται μια βλάβη ανεπανόρθωτη ή δύσκολα επανορθώσιμη), είναι συνταγματικά ανεκτός. Και τούτο προκειμένου να μην καθυστερεί υπερβολικά η εκπλήρωση των νόμιμων υποχρεώσεων, με την παρέλκυση δικών, την παράταση εκκρεμοτήτων, αλλά και για να μπορέσει να εισπράξει το Δημόσιο οφειλόμενα ποσά από φορολογικές ή τελωνειακές δίκες που χρονίζουν. 

Στο εξής όποιος (πολίτης ή εταιρεία) χάνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για να μπορέσει να συζητηθεί η έφεσή του θα πρέπει να καταβάλει το 50% του φόρου ή των τελών που προσδιόρισε το δικαστήριο. Αν δεν πληρώσει, η έφεση θα απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο μόνος λόγος που θα μπορούσε να σταματήσει την πληρωμή, θα ήταν μόνο το ενδεχόμενο να κρίνει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η προσφυγή είναι ολοφάνερα βάσιμη, κάτι που θα ήταν εξαιρετικά σπάνιο και ασυνήθιστο, αφού στην πράξη θα σήμαινε ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν παντελώς εσφαλμένη. 

Α.Ε.Ι


ΠΕΡΙΛΗΨΗ
1182/2007 ΑΠ

Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Α.Ε.Ι. Φύση αυτών, όργανα και αρμοδιότητες αυτών.Προϋποθέσεις ευθύνης του ν.π. από δικαιοπραξία. Ο καθορισμός του αντιπροσώπουτου ν.π. κατά τη σύναψη της σύμβασης αποτελεί προϋπόθεση του κύρους τηςσύμβασης και όχι της νομιμοποίησης αγωγής λόγω αθέτησης συμβατικήςυποχρέωσης. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή έκρινε ότι το επίδικο Α.Ε.Ι. δεσμευόταν από τη σύμβαση, ενώ αυτό δεν είχε υπογράψει τη σύμβαση μέσωτου νομίμου αντιπροσώπου του. (Αναιρεί την 5498/2004 ΕφΑθ).
Αριθμός 1182/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες. Του αναιρεσείοντος : Ν.Π.Δ.Δ. που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών", νόμιμα εκπροσωπούμενο. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Αργυρό,Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Λαγουμίδου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 11 παρ. 2β΄του ν. 1268/1982, 2 παρ. 1, 3 στ΄ Ι΄ του ν. 2083/92 και 1 του ν. 2188/94, το Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Α.Ε.Ι.), νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενο, όργανα του οποίου είναι α] η Σύγκλητος, στις αρμοδιότητες της οποίας ανήκουν και η Διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του Α.Ε.Ι., β] το Πρυτανικό Συμβούλιο, το οποίο ι] εισηγείται στη Σύγκλητο τον προϋπολογισμό του Α.Ε.Ι., το πρόγραμμα έργων του Α.Ε.Ι. και εποπτεύει την εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων της Συγκλήτου, .... ιν] ασκεί όσες αρμοδιότητες του αναθέτει η Σύγκλητος με απόφασή της, και γ] ο Πρύτανης, ο οποίος I) διευθύνει το Α.Ε.Ι., εποπτεύει την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών, των σχολών και των τμημάτων του, εκπροσωπεί τούτο δικαστικώς και εξωδίκως, επιβλέπει την τήρηση των νόμων και του εσωτερικού κανονισμού, είναι διατάκτης των δαπανών του Α.Ε.Ι. και μεριμνά για τη συνεργασία των οργάνων του Α.Ε.Ι., των διδασκόντων και των φοιτητών. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο. Εκ τούτων έπεται ότι σε αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρεώσεώς του, δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου το οποίο σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση αλλά στο κύρος της σύμβασης. Αν όμως αμφισβητηθεί από το τελευταίο το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο ενάγων πρέπει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση, να προτείνει και να αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, το δε Δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου τη συμβατική υποχρέωση και νομίμως εκπροσώπησε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων.  Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ "Εθνικό  Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών" που δικάστηκε ερήμην πρωτοδίκως, όπως προκύπτει από την έφεση και τις προτάσεις του στο Εφετείο, αρνήθηκε ρητά την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών έναντι αμοιβής και με δικές της δαπάνες που επικαλείτο με την αγωγή της η αναιρεσίβλητη εταιρεία, και προσέθετε ότι τις συμβάσεις αυτές ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπός του [Πρύτανης], ούτε άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο κατάρτισαν ή ενέκριναν, αλλά οι παρασχεθείσες υπηρεσίες ζητήθηκαν ατομικά από τα πρόσωπα που αναφερόντουσαν στα σχετικά τιμολόγια τα οποία η αναιρεσίβλητη επικαλείτο με την αγωγή της ότι είχε εκδώσει σε βάρος του. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε ότι οι επίμαχες συμβάσεις καταρτίστηκαν μεταξύ της αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρείας και του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, "με αρμόδιους υπαλλήλους του εναγομένου" ή "δια των νομίμως εξουσιοδιοτηθέντων οργάνων του", ή αλλού "με βάση τις εντολές των προστηθέντων από το εναγόμενο οργάνων" χωρίς να διαλαμβάνει όμως, ενόψει της ρητής αμφισβήτησης του τελευταίου περί του κύρους των συμβάσεων, τα φυσικά πρόσωπα που το αντιπροσώπευσαν και τα περιστατικά από τα οποία αυτά αντλούσαν την εξουσία να το δεσμεύουν με τις προαναφερόμενες διαδοχικές συμφωνίες. Ετσι, το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συνεπώς οι επ` αυτών των πλημμελειών στηριζόμενοι, αντιστοίχως, δεύτερος [κατά το τελευταίο του μέρος] και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως παραδεκτοί και βάσιμοι, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων. Κατ` ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.  ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5948/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.  Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω επιδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτημένο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια τριάντα (1.230) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2007.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ        Ρ.Κ.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...