30 Ιουνίου 2007

ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑ ΒΟΥΝΟ Η ΠΑΡΝΗΘΑ Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΠΝΕΥΜΟΝΑΣ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑ ΒΟΥΝΟ :Η ΠΑΡΝΗΘΑ
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, 25.000 στρέμματα δάσους, από τα 38.000 του εθνικού δρυμού της Πάρνηθας, έως αργά το βράδυ της Παρασκευής είχαν γίνει στάχτη.
«Ψηλά μαυρόπευκα ηλικίας έως και 100 ετών, φτελιές, κέδροι, λεύκες έγιναν κάρβουνο. Σπάνια φυτά και πανέμορφα λουλούδια, όπως η κόκκινη τουλίπα, ο κόκκινος κρίνος, η καμπανούλα της Πάρνηθας μαζί με χιλιάδες πεύκα παραδόθηκαν στις φλόγες. Η εμπειρία της Πεντέλης μας έδειξε ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον δέκα χρόνια, χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα νέο δάσος και αυτό μόνο με πεύκα», λέει στα Νέα ο περιβαλλοντολόγος κ. Φίλιππος Κυρκίτσος.
Ειδικότερα, το ελατοδάσος της Πάρνηθας υπέστη ολική καταστροφή. Όπως αναφέρει ο πρόεδρος της Εταιρείας Προστασίας Φύσης κ. Γιώργος Σφήκας, «τα έλατα δεν αναγεννώνται. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητα και απαιτητικά. Χρειάζονται σκιά και δροσιά για να μπορέσουν να φυτρώσουν οι σπόροι. Ακόμα και αν γίνει τεχνική αναδάσωση μικρών ελάτων, τα νέα δέντρα δεν πρόκειται να επιβιώσουν. Θεωρώ ότι τα παιδιά μας δεν πρόκειται να ξαναδούν αυτό το δάσος. Ίσως το δουν κάποτε, στα βαθιά τους γεράματα τα εγγόνια μας».
Τα περίφημα «κόκκινα ελάφια» της Πάρνηθας και η τύχη τους από εδώ και στο εξής απασχολούν επίσης τους επιστήμονες. « O καλοκαιρινός βιότοπος των περίπου 400 ελαφιών της Πάρνηθας καταστράφηκε ολοσχερώς», λέει ο κ. Παναγιώτης Λατσούδης, υπεύθυνος προγράμματος προστασίας ελαφιών του WWF. Μεγάλη ζημιά υπέστη και ο πληθυσμός των πουλιών που ζούσαν στις περιοχές που κάηκαν.
Αύξηση της μέσης θερινής θερμοκρασίας και περισσότερες πλημμύρες αναμένεται να είναι οι πρώτες επιπτώσεις στο μικροκλίμα της Αττικής από την καταστροφική πυρκαγιά της Πάρνηθας.

22 Ιουνίου 2007

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΚΟΥΣΕ..

«Καθαρά χέρια» στην Ελλάδα

«Το ξίφος της δικαιοσύνης πρέπει, χωρίς καμία διάκριση, να στρέφεται έγκαιρα και αποτελεσματικά εναντίον οποιουδήποτε παρανομεί, όσο ψηλά και αν βρίσκεται, ή όσο ισχυρός κι αν εμφανίζεται». Τάδε έφη ο τοτε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγ.Κρουσταλλάκης στη γενική συνέλευση της Ένωσης Εισαγγελέων, στις 8 Δεκεμβρίου του 2002.

Επιτελους καποιοι εστω και καθυστερημένα αποφασισαν να δώσουν τελος σ' ενα χόνιο προβλημα της ατιμωρησιας των ενόχων. Η Ολομελεια των Εφετών ορισε Εφετη Ανακριτη για το τελευταίο εγκλημα ,καποιοι παραπεμπονται για τον ΑΛΕΞ ,για την βαρβαρότητα των βασανισστηρίων, κοκ . Με το καλο και γρηγορα!!!!!!!!!!!!

17 Ιουνίου 2007

ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΑΜΟΓΙΑ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ

Οπως αναφέρεται στην έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που παρουσιάζει σήμερα 17/6/2007«Το Βήμα», οι αμερικανικοί οργανισμοί εφαρμογής της νομοθεσίας κατά του «ξεπλύματος» χρημάτων πιστεύουν για την Ελλάδα ότι:

«Τα ποσά από εγκληματικές ενέργειες δεν ξεπλένονται συνήθως μέσα από το τραπεζικό σύστημα και ότι πιο συχνά επενδύονται σε ακίνητες περιουσίες, τυχερά παιχνίδια και στο αναπτυσσόμενο Χρηματιστήριο. Ο ελληνικός χώρος αναπτύχθηκε γρήγορα στις διασυνοριακές κινήσεις παράνομων ποσών και νομισματικών εργαλείων χάρη στην αυξανόμενη αλληλοσύνδεση διάφορων χρηματοπιστωτικών εταιρειών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια».

Στην έκθεση γίνεται σαφής αναφορά στην ολιγωρία της κυβέρνησης να θεσπίσει ένα αυστηρό πλαίσιο ελέγχου - τουλάχιστον - της παράνομης δραστηριότητας στα καζίνα. Συγκεκριμένα οι αμερικανοί ειδικοί αναφέρουν:

«Παρ' όλο που οι αρχές πρόσφατα έβαλαν στο στόχαστρο τη βιομηχανία τυχερών παιχνιδιών για να περιορίσουν το ξέπλυμα χρήματος στα εννέα καζίνα της Ελλάδας όπου ξεπλένονται παράνομα χρήματα, ως τώρα δεν υπήρξε ειδική επιτροπή για το θέμα».

Είναι γεγονός ότι το 2006 η Ελλάδα πέρασε στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών χωρών στον τζίρο των καζίνων κατά το 2006. Το συνολικό ύψος στοιχημάτων (όλων των καζίνων) ανήλθε σε 2,8 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα σε κατά κεφαλήν δαπάνη για παίγνια σε καζίνα σε ολόκληρη την Ευρώπη! Βεβαίως τα ιλιγγιώδη αυτά νούμερα δικαιολογούνται μόνο στην περίπτωση που κάποιοι - Ελληνες ή ξένοι - έχουν λόγο να νομιμοποιήσουν χρήματα εμφανίζοντάς τα ως έσοδα από τυχερά παιχνίδια.

Οι επιχειρήσεις που διαχειρίζονται τα καζίνα Λουτρακίου, Θεσσαλονίκης, Πάρνηθας, Ρίου, Πόρτο Καρράς, Σύρου, Ρόδου, Κέρκυρας και Ξάνθης είχαν συνολικά έσοδα άνω των 600 εκατ. ευρώ το 2006
ΕΡΩΤΑΤΑΙ καθε καλοπιστος,γιατι υπάρχουν οι πολαριθμες και πολυδαπανες ΑΡΧΕΣ που ασχούνται με το θεμα ,τι περιμένουν τους Αμερικανούς να μάς πούν τι γινεται στον Τόπο μας?
ΗΣΥΧΙΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

09 Ιουνίου 2007

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΘΥΜΩΣΕ ΕΣΕΙΣ?

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ

ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΜΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

Ι.-To τέλος του δικηγορικού λειτουργήματος η Έκθεση Μonti

1.1.-Το Μάρτιο του 2000 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας ενέκρινε ένα πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων στόχος του οποίου είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί μέχρι το 2010 η πιο ανταγωνιστική οικονομική δύναμη του Κόσμου.. Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα των υπηρεσιών που συνδέονται με επιχειρήσεις προβλέπει την λήψη μέτρων που αφορούν και τους ελεύθερους επαγγελματίες μεταξύ των οποίων τους δικηγόρους αλλά και τις επαγγελματικές υπηρεσίες των δικηγόρων ..
Γ ι αυτό και η περίφημη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που έγινε στις 9/2/2004 γνωστής ως έκθεση Μonti (Βλ έγγραφο EE COM (2004) 83/9.2.2004)σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών περί της οποίας επικρατεί πλήρης σιγή στη χώρα μας και η οποία προβλέπει την λήψη μέτρων που αφορούν το επάγγελμα μας σχετικά με την κατάργηση όλων των προστατευτικών μέτρων που αφορούν τις ελάχιστες αμοιβές όπως και τις προϋποθέσεις και διαδικασίες εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου, αλλά και της επαγγελματικής διαφήμισης του δικηγορικού επαγγέλματος.
1.2.- Με την έκθεση δημιουργείται μια επικίνδυνη αντίληψη ότι ο δικηγόρος είναι απλώς ελεύθερος επαγγελματίας και πρέπει να εφαρμόζονται σ’ αυτόν οι κανόνες του ανταγωνισμού. Αυτό γιατί επιλέγεται ελεύθερα από τους πελάτες του, ενώ παραγνωρίζεται παράλληλα η φύση και η λειτουργία του δικηγόρου ως δημόσιου λειτουργού και ουσιώδους παράγοντος απονομής της δικαιοσύνης, την οποία συνεπικουρεί.
Η έκθεση Μonti δεν μπορεί και δεν θέλει ν’ αντιληφθεί ότι πρέπει να υπάρχουν και να διατηρηθούν στην είσοδο στο επάγγελμα και στη λειτουργία του δικηγόρου αυστηροί κανόνες που να ρυθμίζουν τον τρόπο ασκήσεως του λειτουργήματος και ότι στη φύση του λειτουργήματος αυτού δεν μπορεί να εφαρμόζονται κανόνες ελευθέρου ανταγωνισμού, όπως επιδιώκει η έκθεση ,ούτε μπορούν να συγκρίνονται σ’ οποιοδήποτε ζήτημα τα επαγγέλματα των λογιστών ,των φοροτεχνικών ,των αρχιτεκτόνων ,των μηχανικών με τα επαγγέλματα των δικηγόρων και συμβολαιογράφων που είναι θεσμοθετημένοι δημόσιοι λειτουργοί και συνεπικουρούν στην απονομή της δικαιοσύνης. .
1.3.-Η έκθεση Μonti σύντομα θ’ απασχολήσει την Ελληνική Πολιτεία, αφού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση το 2005 σχετικά με την πρόοδο που θα έχει σημειωθεί για την κατάργηση από την εθνική νομοθεσία των περιορισμών για τον ανταγωνισμό που επισημαίνει η έκθεση Μonti.
Δηλονότι έρχεται συντόμως η κατάργηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, όπως εμείς το ζήσαμε ως τώρα.

2.-O δικηγορικός κώδικας
2.1.-Ο Δικηγορικός Κώδικας (ΝΔ 3026/6-8/10/1954) έχει από μακρού χρόνου καταστεί ένα νομοθέτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες ανάγκες και πραγματικότητες ενός δικηγόρου της εποχής μας . Της εποχής του ηλεκτρονικού υπολογιστή ,της νομικής πληροφορικής ,της, ηλεκτρονικής δίκης, της σύγχρονης εγκληματικότητας ,του βιασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις κάθε μορφής εξουσίες.
Ο δικηγορικός κόσμος χρειάζεται επειγόντως ένα σύγχρονο νομοθέτημα που να λύνει όλα εκείνα τα μεγάλα προβλήματα όπως αυτό το καιρό διαγράφονται όπως της υπαλληλοποίησης των δικηγόρων ,της κατάργησης του θεσμικού τους ρόλου, της μεταβολής τους από παράγοντες της απονομής της δικαιοσύνης σε απλό νομικό σύμβουλο ή μάλλον σαν απλό σύμβουλο και όχι πάντως πλέον σε αναγκαίο συλλειτουργό της δικαιοσύνης. Όμως το άρθρο 199 του Δικηγορικού Κώδικα είναι η πυξίδα του υπερήφανου δικηγορικού σώματος που έχει στα επαγγελματικά του καθήκοντα την έκφραση γνώμης «και επί παντός γενικότερου ζητήματος εθνικού ή κοινωνικού περιεχομένου»(βλ ΣτΕ 421/1983 ΝοΒ 31,1066)


Στον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος διοριζόμενος δια υπουργικής αποφάσεως, υπάγεται σε πειθαρχική Εξουσία ασκούμενη, κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων, και ότι, πριν από την έναρξη ασκήσεως των καθηκόντων του, υποχρεούται να δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να εγγραφεί στο μητρώο ενός από τους υπάρχοντες δικηγορικούς συλλόγους του Κράτους(άρθρο 1), έχει δε το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημα του στην περιφέρεια του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, μη υποκείμενος, ως προς την άσκηση του λειτουργήματος αυτού, σε καμία καθ ‘οιονδήποτε τρόπο προηγουμένη άδεια ασκήσεως οποιασδήποτε αρχής.
Κατά την άσκηση του λειτουργήματος οφείλει να εκτελεί την ανατιθεμένη σ ’αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και επιμελώς, να υπακούει δε στις αποφάσεις του Συλλόγου και του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 60). Περαιτέρω ορίζεται ότι παράβαση των καθηκόντων και των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στο δικηγόρο από τις διατάξεις του κώδικα, του εσωτερικού κανονισμού του οικείου δικηγορικού συλλόγου, καθώς και από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτού, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα κρινόμενο και κολαζόμενο από το πειθαρχικό συμβούλιο του συλλόγου, κατά τις σχέτικες διατάξεις, με πειθαρχική ποινή, ανεξάρτητα από ποινική ευθύνη ή άλλη συνέπεια κατά τους κειμένους νόμους. (βλ. ΣτΕ 1443/1993)
Έτσι η φύση της δικηγορικού λειτουργήματος δεν συνάδει με την υπαλληλική ιδιότητα και με την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών με συγκεκριμένο ωράριο εργασίας ακόμα και κτύπημα «κάρτας» που δυστυχώς και παρανόμως κάποιες επιχειρήσεις (και κάποιες Δημόσιες Εταιρείες ) υποχρεώνουν τους δικηγόρους
Έτσι η νομολογία έχει κρίνει ότι σι δικηγόροι με έμμισθη εντολή δεν υπέχουν υποχρέωση για τήρηση ωραρίου και ειδικότερα:
α) Οι απασχολούμενοι με πάγια αντιμισθία δικηγόροι των ΟΤΑ δεν υπέχουν, κατ άρθρο 247 του Ν 1188/1981, υποχρέωση τήρησης υπαλληλικού (για όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες) ωραρίου, αλλά παρέχουν τις υπηρεσίες τους, για χρόνο εύλογο, ο οποίος ανταποκρίνεται προς τις υπάρχουσες, εκάστοτε, νομικές ανάγκες, όπως αυτές καθορίζονται από τον οικείο εντολέα ΟΤΑ, στο πλαίσιο και των υποχρεώσεων παράστασης, για υποθέσεις, ενώπιον Δικαστικών και Διοικητικών Αρχών (βλ 184/2003 Γνωμοδότηση ΝΣΚ)
β)Έχει κριθεί ότι: πλήρης απασχόληση είναι εκείνη, η οποία λόγω του όγκου της προς απασχόληση δικηγορικής εργασίας που ανατίθεται σύμφωνα με τη σύμβαση εντολής και του κατά την κοινή πείρα απαιτούμενου χρόνου για τη διεκπεραίωση της εργασίας αυτής, απορροφά μεγάλο μέρος της επαγγελματικής δραστηριότητας του δικηγόρου, ανεξάρτητα από την τήρηση ή μη υποχρεωτικού ωραρίου ή την εγκατάσταση του δικηγόρου αποκλειστικά στο γραφείο του εντολέας (βλ ΑΠ Αριθ. 760/1987 ΕΕΝ/1 988 (303), ΕΕΡΓΔ/1 988 552 γ)Απαγορεύεται στο Δικηγόρο η ανάληψη οποιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, διότι αυτή απάδει στην ανεξαρτησία του, επιτρέπεται όμως η παροχή καθαρά νομικών υπηρεσιών σαν δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή Δικηγόρου, με πάγια ετήσια μηνιαία αμοιβή, αλλά χωρίς να μεταβάλλεται, και στην περίπτωση αυτή, ο χαρακτήρας της σχέσης του σαν (αμειβόμενης) εντολής και συνεπώς δεν αποκτά αυτός την ιδιότητα υπαλλήλου, τελούντος σε σχέση εξαρτημένης Εργασίας από τον εργοδότη
(πρβλ. ΑΠ 445/1978 ΝοΒ 27. 203, ΑΠ 1205/1978ΝοΒ27.920,ΑΠ1217/1983ΕΕΔ43.514,ΕΑ2207/1986, Ολομ. ΣτΕ 108/1970 ΝοΒ 18. 990).
δ) Αντίκειται δε στην δια του Κώδικος Δικηγόρων επιδιωκόμενη και με πολλές διατάξεις περιφρουρούμενη αξιοπρέπεια και ιδιάζουσα ανεξαρτησία του δικηγορικού λειτουργήματος η επιβολή στο Δικηγόρο και η αποδοχή από αυτόν υποχρεωτικού ωραρίου απασχολήσεως και μάλιστα εκείνου που ισχύει για το υπαλληλικό προσωπικό του εντολέα, έστω και αν παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια μηνιαία αντιμισθία (πρβλ. ΕφΘεσ 871/1970 Αρμενοπουλος ΚΔ 794 επ.)
ε)Παρέκκλιση του κανόνος αυτού μπορεί να νοηθεί και να υπάρξει για το Δικηγόρο, όταν αυτός, κατά την πρόσληψή του προς παροχή των νομικών του υπηρεσιών σε φυσικό ή νομικό πρόσωπα με πάγια μηνιαία αντιμισθία, αποδέχεται και προσχωρεί στον υφιστάμενο και νόμιμα εγκεκριμένο εσωτερικό κανονισμό του εντολέα του, φυσικού ή νομικού προσώπου, ο οποίος προβλέπει την αυτοτελή ύπαρξη και οργάνωση σ’ αυτό τμήματος δικαστικού που για την από κάθε άποψη καλή λειτουργία του, τελεί υπό την διεύθυνση και εποπτεία υπευθύνου Δικηγόρου, κάτω από τις οδηγίες του οποίου τελούν οι δικηγόροι που απασχολούνται με πάγια αμοιβή.
Στην εξαιρετική περίπτωση αυτή μπορεί να προβλέπεται, από τον διευθύνοντα το δικαστικό νομικό τμήμα τούτο Δικηγόρο που γνωρίζει την φύση τον όγκο και τις ανάγκες των δικηγορικών εργασιών και όχι από τον εργοδότη, και ορισμένος και των προτέρων υποχρεωτικός χρόνος παροχής των υπηρεσιών του με πάγια αμοιβή υπηρετούντος Δικηγόρου στο γραφείο του εντολέα του, φυσικού ή νομικού προσώπου, στον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του, ανάλογα προς την κατανομή των υποθέσεων που κάνει ο διευθύνων Δικηγόρος στους απαρτίζοντας το τμήμα Δικηγόρους (πρβλ. Φ. Αγγελή στο ΝοΒ 14.995 ΕΦΑΘ24Ο2/1 987,δ/νη 1988,553


ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ

Ο ΤΟΚΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Η επικρατούσα σύγχρονη αρχή είναι η εξάλειψη της προνομιούχου θέσης του Δημοσίου, των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΔΕΚΟ απέναντι στον ιδιώτη αντίδικό τους. Κύριες πλευρές της αρχής αυτής είναι α) η αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων κατά του Δημοσίου, των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΔΕΚΟ, β) η απαρέγκλιτη συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις και γ) η εξίσωση του τόκου υπερημερίας που υποχρεούνται να καταβάλλουν αφενός το Δημόσιο και αφετέρου οι ιδιώτες
Το Μισθοδικείο με την 1/2005 Αποφαση του εκρινε:Από τη διάταξη του άρθρου 21 του ισχύοντος Κώδικα Δικών Δημοσίου, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής και τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 3 και 197 του Κ.Διοικ.Δ. που ορίζουν ότι το αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό και ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται,κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό, ότι με την ασκούμενη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αναγνωριστική αγωγή, η οποία έχει αντικείμενο την αυθεντική διάγνωση κάποιας χρηματικής αξιώσεως από σχέση δημοσίου δικαίου κατά το άρθρο 71 του Κ.Διοικ.Δ. παρέχεται από τον Κ.Διοικ.Δ. ισότιμη προστασία με εκείνη της καταψηφιστικής αγωγής. Και τούτο, διότι η αναγνωριστική αγωγή δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της καταψηφιστικής (Κεραμέως, Σχέσεις αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής, Τιμητικός Τόμος Μιχαηλίδη-Νουάρου, 1987, τομ. Α΄, σελ. 502 ), η κατάθεσή της διακόπτει την παραγραφή της αξιώσεως (άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ.) και τέμνεται η διαφορά με δύναμη δεδικασμένου και έτσι, η ασφάλεια του δικαίου, στην οποία εκτός των άλλων αποβλέπει η δίκη, πραγματώνεται πλήρως και με την απλή αναγνώριση της χρηματικής αξιώσεως. Το γεγονός ότι επί αναγνωριστικής αγωγής δεν αποκτάται τίτλος εκτελεστός δεν αναιρείται, αφού η απόφαση αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο που θα επιληφθεί της καταψηφιστικής αγωγής. Εξ άλλου δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επιδόσεως ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ., δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (Ολ. ΑΠ,13/1994).
Περαιτέρω κρίνεται κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό , ότι η ανωτέρω διάταξη περί του ύψους του νόμιμου και της υπερημερίας τόκου πάσης του δημοσίου οφειλής σε 6% ετησίως, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 4 παρ 1 και 20 παρ 1 του Συντάγματος 6 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α και 2 παρ 3α και β ,14 παρ 1 και 26 του διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν2462/97),διότι θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση του δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 252/2005, ΣτΕ3651/2002).
Συνεπώς,το δικαστήριο κρίνει ότι και στην υπό κρίση αναγνωριστική αγωγή οφείλονται τόκοι επιδικίας, από της επιδόσεως του δικογράφου στο Δημόσιο (μειοψηφία σε ΟλΑΠ 7/2000, πλειοψηφία στην Δ.Ε.Α. 2795/200, ΔιΔικ. 2002 σελ. 1350, πρβλ. ΣτΕ 34/2003 ΕΔΚΑ 2003 σελ. 42, ΣτΕ 2897/1995 ΕΔΚΑ 1996, σελ. 20, 2537/1997, ΟλΑΠ 13/1994, ΕΔΚΑ 1995 σελ. 106, έτσι και Κεραμέως ανωτ. σελ. 516-517)το ύψος δε των τόκων αυτών ανέρχεται στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 (Κώδιξ Δικών Δημοσίου).

ΤΟΚΟΣ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ

Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκρινε οτι: "Η έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας επέρχεται διά της εγέρσεως και επιδόσεως όχι μόνον καταψηφιστικής αλλά και αναγνωριστικής αγωγής, του νόμου μη διακρίνοντος και λόγω του μη επικουρικού χαρακτήρος της αναγνωριστικής σε σχέση προς την καταψηφιστική αγωγή.(Στε 3141/2006 (Ολ)

06 Ιουνίου 2007

αποφαση του ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΑΓΜΑΤΟΣ

Απόφαση της Ολομέλειας σε Συμβούλιο σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος Αριθμός 4/2007. Το Συμβούλιο της Επικρατείας σε Ολομέλεια και Συμβούλιο Ως προς την αναθεώρηση του άρθρου 100 του Συντάγματος: Ο έλεγχος της συνταγματικότητος των νόμων από τα δικαστήρια, ως ουσιώδες στοιχείο των μηχανισμών ελέγχου και των ισορροπιών, που χαρακτηρίζουν τα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα, αποτελεί θεμελιώδη για το Κράτος Δικαίου θεσμό και συνιστά αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο του ελληνικού δικαιοδοτικού συστήματος. Το σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων από τα δικαστήρια, που ισχύει στην Χώρα μας, θεμελιώθηκε νομολογιακά ήδη από τον 19 ο αιώνα, υπήρξε πρωτοποριακό για τον ευρωπαϊκό χώρο, ενσωματώνει μακρά και επιτυχή ιστορική παράδοση της ελληνικής εννόμου τάξεως, που αποβλέπει στην αποτελεσματική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών και αποτυπώνεται πλέον και ρητά από το ισχύον Σύνταγμα (άρθρα 26 παρ. 3, 87 παρ. 2, 93 παρ. 4 και 100). Βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος αυτού είναι η άσκηση του ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων από όλα ανεξαιρέτως τα Δικαστήρια, με την θέσπιση υποχρέωσεώς τους να μην εφαρμόζουν νόμο, το περιεχόμενο του οποίου είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 4), η ανάθεση, από τον αναθεωρητικό νομοθέτη του 2001, στις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων της τελικής κρίσεως περί της αντισυνταγματικότητος διατάξεως τυπικού νόμου, με την πρόβλεψη υποχρεώσεως των Τμημάτων τους, όταν άγονται σε τέτοια κρίση, να παραπέμπουν το ζήτημα στην οικεία Ολομέλεια (άρθρο 100 παρ. 5) και η ανάθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Α.Ε.Δ.) της αρμοδιότητος για την άρση αμφισβητήσεως για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεως τυπικού νόμου, σε περίπτωση εκδόσεως αντίθετων αποφάσεων από τα ανώτατα δικαστήρια (άρθρο 100 παρ.1 εδάφ. ε΄). Η επιτυχής πορεία του ισχύοντος συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων από τα δικαστήρια οφείλεται στην αξιοποίηση των βασικών αυτών χαρακτηριστικών του και στον τρόπο ασκήσεως του σχετικού ελέγχου από αυτά. Ο τρόπος αυτός απονομής συνταγματικής δικαιοσύνης συνέβαλε στην εξοικείωση προς το σύστημα αυτό των φορέων της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας και του νομικού κόσμου της Χώρας. Συνέβαλε επίσης στη συνειδητοποίηση από το κοινωνικό σύνολο της κυρίαρχης θέσεως των συνταγματικών κανόνων στην ελληνική έννομη τάξη και εμπεδώθηκε έτσι στον κοινό πολίτη το αίσθημα ότι με την άσκηση του ελέγχου αυτού απολαύει άμεσης προστασίας από τα Δικαστήρια. Για τους λόγους αυτούς, η Ολομέλεια, η οποία είχε ασχοληθεί και κατά το παρελθόν με την μεταβολή του ισχύοντος συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων και την εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη του θεσμού του Συνταγματικού Δικαστηρίου (Σ.Δ.), είχε αποκρούσει, ως μη σκόπιμη οιαδήποτε σχετική αναθεώρηση (πρακτικά 6/2000 και 4/2001), θεωρώντας ότι μία μεταβολή της τάξεως αυτής θα αναιρούσε τα βασικά αυτά χαρακτηριστικά του συστήματος, δεδομένου ότι θα αφαιρούσε από τα κατώτερα δικαστήρια την αρμοδιότητα, όταν ελέγχουν την συνταγματικότητα των νόμων, να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις, που κρίνουν ως αντισυνταγματικές, με αποτέλεσμα την συρρίκνωση του ασκούμενου ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων. Ήδη, έξι μόλις χρόνια μετά την προηγούμενη Αναθεώρηση, προτείνεται εκ νέου η αναθεώρηση των σχετικών με το σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων διατάξεων του Συντάγματος, με την καθιέρωση «ενός ενδιάμεσου συστήματος μεταξύ του διάχυτου και του συγκεντρωτικού ελέγχου…με ταυτόχρονη διατήρηση της αρμοδιότητας όλων των δικαστηρίων, όλων των βαθμών και δικαιοδοσιών, να ελέγχουν τη συνταγματικότητα του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με την παράλληλη όμως υποχρέωσή τους, να παραπέμπουν το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας που τυχόν ανακύπτει στην Ολομέλεια του οικείου Ανωτάτου Δικαστηρίου». Ωστόσο, με την πρόταση αναθεωρήσεως εισάγεται, κατ’ ουσίαν, συγκεντρωτικός έλεγχος της συνταγματικότητος του νόμου και καταργείται ο διάχυτος. Τούτο δε διότι, ενώ ο Αναθεωρητικός νομοθέτης διατηρεί τον διάχυτο έλεγχο μόνο για την επιβεβαίωση της συνταγματικότητος του νόμου, αντιθέτως, αφαιρεί, την συμφυή, προς τον έλεγχο τούτο, αρμοδιότητα του φυσικού δικαστή, να μην εφαρμόσει το νόμο, που κρίνει αντισυνταγματικό και τον υποχρεώνει να παραπέμψει το ζήτημα προς οριστική επίλυση στο προτεινόμενο να ιδρυθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, στη συνέχεια δε να υιοθετήσει την λύση που θα δοθεί από αυτό. Η ίδρυση όμως Συνταγματικών Δικαστηρίων σε άλλες χώρες υπήρξε, κατά κανόνα, αποτέλεσμα βαθιάς θεσμικής κρίσεως ή ακόμη και καταρρεύσεως του υφισταμένου πολιτικού συστήματος και απέβλεπε είτε στην θέσπιση, είτε στην ενίσχυση του ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων. Επομένως, η πρόταση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Χώρα μας - ενός ξένου προς την ελληνική συνταγματική παράδοση και ιστορία θεσμού - η οποία κατατίθεται σε εποχή ομαλού πολιτικού βίου, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται ούτε η συγκρότησή του, ούτε ο τρόπος αναδείξεως των μελών του, στοιχειοθετεί την ριζικότερη δυνατή ανατροπή στο ελληνικό δικαιοδοτικό σύστημα και άγει σε περιορισμό του ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων από τα Δικαστήρια (πρακτικό 5/2006). Πέραν αυτών, η προτεινόμενη λύση δεν θα οδηγήσει σε βελτίωση και επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης. Αντίθετα, θα περιπλέξει σε μεγάλο βαθμό το σύστημα και θα έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της δίκης, δεδομένου ότι τα δικαστήρια, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες θα θεωρούν το νόμο ως αντισυνταγματικό, θα πρέπει να διατυπώσουν προδικαστικό ερώτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Η περιπλοκή μάλιστα αυτή αναμένεται να επιταθεί, ενόψει της διαρκώς αυξανόμενης επιρροής της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.). Ειδικά δε σε ό,τι αφορά στο Δ.Ε.Κ., επιβάλλεται να υπογραμμισθεί ότι, κατά την πάγια νομολογία του, η αρμοδιότητα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων σε αυτό δεν επιτρέπεται να ανατίθεται σε ένα μόνο εθνικό δικαστήριο, έστω κι αν αυτό είναι Συνταγματικό. Εν όψει αυτών, η Ολομέλεια, επισημαίνει, για μία ακόμη φορά, ότι η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με την πιο πάνω αρμοδιότητα άγει σε περιστολή του ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων από τα Δικαστήρια, δεν συνιστά βελτίωση του ισχύοντος συστήματος, αλλά ανατροπή της υφισταμένης ισορροπίας εις βάρος του Κράτους Δικαίου (πρακτικό 5/2006) και εκφράζει, ομοφώνως, την αντίθεσή της στην μεταβολή του ισχύοντος συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων και την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Ως προς την αναθεώρηση των άρθρων 98 παρ.1 εδάφ. β΄, 95 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος: Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των υποθέσεων δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών οριοθετούνται επαρκώς από τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί με την 20/2005 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Τυχόν δε ερμηνευτικά προβλήματα μπορούν κάλλιστα να αντιμετωπισθούν είτε από την νομολογία, είτε από τον κοινό νομοθέτη. Εξ άλλου, η ίδρυση ειδικών Τμημάτων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο για τις προαναφερθείσες κατηγορίες υποθέσεων, ως ρύθμιση οργανωτικού χαρακτήρος, πρέπει να αφήνεται στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη και να μην ρυθμίζεται ευθέως από το ίδιο το Σύνταγμα. Επομένως, η Ολομέλεια κρίνει, ομοφώνως, ότι δεν είναι σκόπιμη η αναθεώρηση των διατάξεων των άρθρων 95 και 98 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος. Σε ό,τι αφορά στην προτεινόμενη αναθεώρηση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με σκοπό την συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος προσωρινής δικαστικής προστασίας, επισημαίνεται ότι η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει ήδη δεχθεί από το έτος 1993 ότι το δικαίωμα αυτό είναι συνταγματικής τάξεως (Ε.Α. 718/1993). Η προτεινόμενη τέλος αναθεώρηση της προαναφερθείσας συνταγματικής διατάξεως με σκοπό την παροχή δυνατότητος στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει εύλογο χρόνο, εντός του οποίου θα πρέπει να παρέχεται η προστασία αυτή, αλλά και η εν γένει δικαστική προστασία, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ΕΣΔΑ, δεν ενδείκνυται. Τούτο διότι η επίκαιρη απονομή της δικαιοσύνης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του Κράτους Δικαίου, δεν επιτυγχάνεται με την επιβολή προθεσμιών, εντός των οποίων ο δικαστής οφείλει να επιτελεί τα καθήκοντά του, αλλά με την λήψη των κατάλληλων νομοθετικών και διοικητικών μέτρων, σε σχέση με το ανθρώπινο δυναμικό και την υλικοτεχνική υποδομή, κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η άρτια οργάνωση και λειτουργία του συστήματος παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, η οποία αποτελεί πρωταρχικό καθήκον της Πολιτείας. Επομένως, η Ολομέλεια κρίνει, ομοφώνως, ότι η αναθεώρηση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος δεν είναι σκόπιμη. Σε σχέση με τις δυο αυτές αναθεωρητικές προτάσεις επισημαίνεται επιπλέον και τούτο: Τα τελευταία χρόνια, η εξέλιξη της νομοθεσίας (ν. 2522/1997, άρθρο 35 του ν. 2721/1999) και της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση του συστήματος παροχής έννομης προστασίας σε κρίσιμους τομείς, όπως είναι η προστασία του περιβάλλοντος, η διαδικασία αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων κ.λπ., που ρυθμίζονται σε σημαντικό βαθμό και από το κοινοτικό δίκαιο. Η θέσπιση, επομένως, συνταγματικών ρυθμίσεων οργανωτικού ή δικονομικού χαρακτήρος, οι οποίες ενδεχομένως θα δυσχέραιναν το δικαιοδοτικό έργο στους ανωτέρω τομείς και θα προκαλούσαν τριβές μεταξύ εθνικής και κοινοτικής έννομης τάξης, θα πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί. Τέλος, ως προς την αναθεώρηση των άρθρων 24 και 117 του Συντάγματος: Οι διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 του Συντ. (όπως αναθεωρήθηκε το 2001), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 117 παρ. 3 και 4 συνιστούν επαρκές και αποτελεσματικό πλαίσιο, πρόσφορο για την διαρκή προστασία και διαχείριση των δασών και δασικών εκτάσεων, δηλαδή του δασικού πλούτου της Χώρας, που αποτελεί ένα από τα κυριότερα συστατικά στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος. Ο συνταγματικός νομοθέτης, ήδη από το 1975, θέσπισε τους θεμελιώδεις κανόνες που εγγυώνται την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, παρέχοντας ισότιμη προστασία στα δάση και τις δασικές εκτάσεις και απαγορεύοντας, καταρχήν, την μεταβολή του προορισμού τους, επέτρεψε ωστόσο την αλλαγή χρήσεως δασών και δασικών εκτάσεων, όταν προέχουν λόγοι επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος. Με την πρόσφατη δε αναθεώρηση του Συντάγματος (2001) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Κράτους να καταρτίσει δασολόγιο, προκειμένου να αποτυπωθεί σ’ αυτό το σύνολο του κατά τα ανωτέρω προστατευόμενου δασικού πλούτου της Χώρας. Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος των δικαιωμάτων και εγγυήσεων που απορρέουν από τις ισχύουσες συνταγματικές ρυθμίσεις θεμελιώνεται πλέον αυτοτελώς στο διεθνές και ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο (πρωτογενές και παράγωγο), το οποίο εμπλουτίζεται διαρκώς με εξειδικευμένους περιβαλλοντικούς κανόνες. Έτσι, έχει καθιερωθεί δεσμευτικό πλαίσιο περιβαλλοντικού δικαίου, διαρκώς εξελισσόμενο, με κεντρικό, πάντως, άξονα την αυστηρή και αμιγή προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, ιδιαιτέρως δε των δασών, προς το οποίο υπάρχει διαρκής υποχρέωση συμμορφώσεως. Με την πρόταση αναθεωρήσεως των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος διασπάται το ενιαίο αυτό προστατευτικό καθεστώς, εφόσον οι δασικές εκτάσεις αποσπώνται από αυτό και συνδέονται ευθέως με την χωροταξία και την πολεοδομία, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος. Η αναγόρευση όμως σε λόγο δημοσίου συμφέροντος, ισότιμο με εκείνο της προστασίας των δασικών εκτάσεων, της διαθέσεώς τους για οικιστικές ή άλλες ασύμβατες προς τον χαρακτήρα τους χρήσεις (τουριστικές, βιομηχανικές κ.λπ.), θα επιφέρει, σε περίπτωση υιοθετήσεως της σχετικής αναθεωρητικής προτάσεως, ουσιώδη και αυταπόδεικτη συρρίκνωση της συνταγματικής προστασίας του συνόλου των δασικών εκτάσεων. Τούτο δε παρά το γεγονός ότι οι δασικές εκτάσεις, κατά τις παραδοχές της επιστήμης, αποτελούν σημαντικό τμήμα των δασικών οικοσυστημάτων της Χώρας με ισότιμη συμβολή στην οικολογική ισορροπία και την διατήρηση της βιοποικιλότητας. Εξάλλου, με την προτεινόμενη εκ παραλλήλου αναθεώρηση του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος, επιχειρείται επέμβαση στο δίκαιο των αποδείξεων του δασικού χαρακτήρα μιας εκτάσεως (αποκλεισμός χρήσεως διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, λ.χ. αεροφωτογραφιών, χαρτών, προγενεστέρων του έτους 1975), με αποτέλεσμα τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των παγίων ουσιαστικών ρυθμίσεων του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Με τις διατάξεις αυτές επιβάλλεται η αποκατάσταση του δασικού χαρακτήρα δασών και δασικών εκτάσεων που καταστράφηκαν πριν ή μετά το 1975. Κατ’ ανάγκην, περιορίζεται ταυτοχρόνως το πεδίο εφαρμογής και των λοιπών ουσιαστικών ρυθμίσεων της δασικής εν γένει νομοθεσίας, αφού οι σχετικές διατάξεις θα αφορούν πλέον μόνο στα υφιστάμενα μετά το 1975 δάση (στην πραγματικότητα δε στα υφιστάμενα μετά το 1978 δάση, ελλείψει αεροφωτογραφιών του έτους 1975). Περαιτέρω, με την αναδρομική αυτή άρση της συνταγματικής προστασίας των δασών, μετά την πάροδο 30 και πλέον ετών εφαρμογής του Συντάγματος και της σχετικής δασικής νομοθεσίας και πριν την κατάρτιση δασολογίου, παρέχεται, το πρώτον, νομικό έρεισμα για την ανατροπή εννόμων σχέσεων τόσο διοικητικών (ανάκληση πράξεων αναδασώσεως και άλλα), όσο και ιδιοκτησιακών (σχετικών με τη δημόσια κτήση των δασών), που έχουν αναπτύξει τις έννομες συνέπειές τους στο χρόνο, έχοντας βασισθεί σε προγενέστερα του 1975 αποδεικτικά στοιχεία. Με το ίδιο νομικό έρεισμα, αποχαρακτηρίζονται αυτομάτως δάση που καταπατήθηκαν ή αποψιλώθηκαν παρανόμως στο παρελθόν, ακόμη δε και αυτά που έτυχαν αυθαίρετης οικιστικής ή άλλης αξιοποιήσεως, κατά παράβαση της ανέκαθεν ισχύουσας (και προ του 1975) απαγορεύσεως ανοικοδομήσεως των δασών κατά τη κοινή δασική νομοθεσία. Η «νομιμοποίηση» όμως τέτοιων διαχρονικώς παρανόμων καταστάσεων δεν ενδείκνυται να αποκτήσει συνταγματικό έρεισμα. Ενόψει αυτών, η Ολομέλεια εκφράζει, για μία ακόμη φορά, την αντίθεσή της στη μεταβολή του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου προστασίας των δασών (άρθρα 24 και 117 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος).

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΞΥΠΝΗΣΕ-ΤΑ ΛΑΜΟΓΙΑ ΘΑ ΔΩΣΟΥΝ ΛΟΓΟ

Σε εφέτη ανατίθεται η έρευνα για τα ομόλογα
Επιταχύνονται οι διαδικασίες, πιθανές προφυλακίσεις υπόπτων
Την επίσπευση των διαδικασιών διερεύνησης της υπόθεσης του ομολόγου των 280 εκατ. ευρώ, που είναι δυνατόν να οδηγήσει ακόμη και σε προφυλακίσεις υπόπτων έως το τέλος Ιουλίου, εκτιμάται ότι σηματοδοτεί η διαφαινόμενη ανάθεση της περαιτέρω δικαστικής έρευνας σε εφέτη-ανακριτή. Προς τούτο, χθες, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών κ. Γιώργος Κολιοκώστας ζήτησε τη σύγκληση της Ολομέλειας Εφετών, καθώς θεωρεί ότι υπάρχουν επαρκέστατες ενδείξεις για την απαγγελία σοβαρότατων κατηγοριών εις βάρος των υπευθύνων της «διακίνησης» του ομολόγου, μεταξύ των οποίων για τα αδικήματα της απάτης, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα και της φοροδιαφυγής.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΑΠΟΡΙΕΣ?

Στη φυλακή o πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου
Στη φυλακή οδηγούνται ο πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, Αιμίλιος Μεταξόπουλος, ο πρώην αντιπρύτανης Παναγιώτης Γετίμης και άλλοι τρεις συγκατηγορούμενοι τους (Αναστάσιος Κουτσοδημητρόπουλος, Μιχάλης Παπαδοκωστάκης και Βάσσης Βεϊκόντης) από τους συνολικά δέκα που κρίθηκαν ένοχοι από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για την υπόθεση υπεξαίρεσης ποσού οκτώ εκατομμυρίων ευρώ από το Πάντειο Πανεπιστήμιο την περίοδο 1992-1998.

Το δικαστήριο έκρινε ενόχους και επέβαλε ποινές κάθειρξης από τρεις φορές ισόβια έως δώδεκα έτη σε δέκα κατηγορούμενους για αδικήματα που αφορούν: απάτη, υπεξαίρεση, ψευδή βεβαίωση και πλαστογραφία σε συνδυασμό με τις επιβαρυντικές διατάξεις του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου.

Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου επεβλήθησαν ποινές κάθειρξης στους: Αιμίλιο Μεταξόπουλο 25 έτη, Δημήτρη Κώνστα πρώην πρύτανη 14 έτη, Παναγιώτη Γετίμη 16 έτη, Κωνσταντίνο Παπαθανασόπουλο πρώην αντιπρύτανη 14 έτη, Αναστάσιο Κουτσοδημητρόπουλο πρώην υπεύθυνο του Λογιστηρίου του Παντείου τρεις φορές ισόβια και 15 έτη που οδηγείται στη φυλακή, Μιχάλη Παπαδοκωστάκη (διοικητικό υπάλληλο) 16 έτη, επίσης στη φυλακή, Βλάσση Βεϊκόντη 15 έτη διοικητικό υπάλληλο, επίσης στη φυλακή, Χαράλαμπο Μπούτσικο, διοικητικό υπάλληλο, 13 έτη, Ιωάννη Γρατσάνη προμηθευτή, 10 έτη και Παναγιώτη Ορφανό, προμηθευτή 12 έτη.

Το δικαστήριο έκρινε αθώους έναν υπάλληλο του Παντείου, μια επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και μια υπάλληλο του λογιστηρίου του Παντείου. Στους πρυτάνεις και αντιπρυτάνεις αναγνωρίστηκαν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς.

Το δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής που υπέβαλαν οι πέντε για λόγους υγείας, ενώ αντίθετα έγινε δεκτό των συγκατηγορουμένων τους.

Ο εισαγγελέας έδρας κ. Ι. Αγγελής με την πρότασή του είχε ζητήσει ν' απορριφθεί το αίτημα για όλους τους καταδικασθέντες. Υπενθυμίζεται ότι η δίκη είχε ξεκινήσει το Νοέμβριο του 2005.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ

05 Ιουνίου 2007

Ο ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ

Εκδήλωση για τα 170 χρόνια λειτουργίας του Αρείου Πάγου - Χαιρετισμός Α. Παπαληγούρα
ΑΠΕ 15:41
Εκδήλωση για τα 170 χρόνια λειτουργίας του Αρείου Πάγου έγινε σήμερα στο δικαστικό Μέγαρο του Αρείου Πάγου, στην οποία παραβρέθηκαν η πρόεδρος της Βουλής Αννα Μπενάκη-Ψαρούδα, ο υπουργός Δικαιοσύνης Αν. Παπαληγούρας, ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου Αργ. Καρράς, ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Δ. Παξινός, ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Χ. Σαρτζετάκης, ο πρώην πρωθυπουργός Ι. Γρίβας, οι πρόεδροι των άλλων Ανωτάτων Δικαστηρίων, τέως πρόεδροι και εισαγγελείς του Αρείου Πάγου, κ.λπ.

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Καθε μέρα και περισσότερο πλησιαζουμε στα μπάνια του λαού και στην νέα εκλογική αναμέτρηση.
Ο εκλογικος αγώνας θα γίνει στις παραλίες και ευτυχώς θα είμαστε μακρυα απο την Αθήνα ,ώστε να μήν ζήσουμε αλλη ρύπανση περισσότερη απο αυτή που εκπέμπουν τα ΜΜΕ .
Οπως πάντα για το καταντημα του Τόπου φταίνε οι αλλοι που δεν εκαναν καλά ,ενω κυβερνούσαν.
Εμείς οταν είμαστε στην ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ δεν φταίμε....
Πάντως επειδή υπάρχει ελλειψη(στελεχων,οπως λένε οι αρμόδιοι-ψεύτες) κανουνε τα παιδια των πατεραδων(βουλευτών,Υπουργών,στελεχών κλπ οικονομισαριων), βουλευτές και Υπουργούς και οπου υπάρχει περαιτέρω ανάγκη χρησιμοποιούμε ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑ ΝΤΡΟΠΟΗ υπερηλικες-ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΤΑΞΙΟΎΧΟΥΣ (πρώην...) για να λύσουν τα προβλήματα ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ .........ΑΙΣΧΟΣ
Και υποσχομεθα να φτιαξουμε....... οτι δεν εφτιαξαν οι αλλοι (και εμείς)........
ΝΤΡΟΠΉ
Οι απομαχοι πένονται,οι νεοι ψαχνουν για δουλειά ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΟΙ ΓΙΑ ΡΟΥΣΦΕΤΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΟ ΜΗΝΙΑΤΙΚΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΑ, ενώ τα καζίνα θησαυρίζον απο καποιους που παίζουνε την μοίρα τους, μαζύ με τα λαμόγια και εμείς τηνφραπεδιά μας..
Αχ κύριοι αρμόδιοι,δεν σας φταίνε οι αλλοι,ολοι φταίμε και εγώ πρώτος.
Ούτε ελεος- δεν εχω την δύναμη να φωνάξω ,γιατί ενω πρεπει να μην ακουσω τίποτε παλι θα σας ψηφίσω και τη επομένη των εκλογών θα είμαι πάλι ΚΟΨΟΧΕΡΗΣ.
Και δεν ντρεπομαι με τιποτα.
Ο ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...